Αγγλικά → Ελληνικά - modest

προφορά
επίθ. συνεσταλμένος, μετριόφρων, σεμνός

Αγγλικά → Αγγλικά - modest

προφορά
adj. humble, unpretentious, unassuming; moderate; simple, limited; decent or appropriate in thought or dress; not provocatively dressed

Αγγλικά → Γαλλικά - modest

προφορά
adj. modeste; pudique; modéré; peu exigeant; sans prétentions

Αγγλικά → Γερμανικά - modest

προφορά
adj. keusch, bescheiden; gemäßigt; reduziert; begrenzt; nicht provokativ

Αγγλικά → Ινδονησιακά - modest

προφορά
a. sederhana, menonjolkan diri: yg tdk menonjolkan diri, rendah, rendah hati, sopan, sedang, tinggi: tdk terlalu tinggi, bagus: tdk terlalu bagus

Αγγλικά → Ιταλικά - modest

προφορά
agg. modesto; moderato; semplice, senza pretese; pudico, costumato

Αγγλικά → Πολωνικά - modest

προφορά
a. niepozorny, skromny, mały, maleńki, wstydliwy, cichy, nieefektowny, nieokazały, niepoczesny, niepokaźny, niewystawny, chudy {przen.}, biedny, ubogi

Αγγλικά → Πορτογαλικά - modest

προφορά
adj. modesto, humilde, simples; moderado; pouco em quantidade, reduzido

Αγγλικά → Ρουμανικά - modest

προφορά
a. modest, lipsit de îngâmfare, nepretenţios, umil, simplu, neînsemnat, sărăcăcios, ieftin, decent, pur

Αγγλικά → Ρωσικά - modest

προφορά
прил. скромный, сдержанный, стеснительный, застенчивый; благопристойный, умеренный; нетребовательный, неприхотливый

Αγγλικά → Ισπανικά - modest

προφορά
adj. modesto, común y corriente, humilde, módico, poco impresionante, sin ambiciones, somero

Αγγλικά → Τουρκικά - modest

προφορά
s. alçakgönüllü, mütevazi, gösterişsiz, namuslu, ılımlı

Αγγλικά → Ουκρανικά - modest

προφορά
a. скромний, добропристойний, помірний, невимогливий, незабагливий

Ρουμανικά → Αγγλικά - modest

a. modest, discreet, simple, unpretentious, unpretending, demure, maiden, maidenly, quiet, Quakerish, plain, low, lowly, cheap, homely, grave, frugal, unassuming, unobtrusive, retiring, humble, diffident
adv. maidenly, humbly

Αγγλικά → Ολλανδικά - modest

προφορά
bn. bescheiden; beleefd; gematigd; beperkt

Ολλανδικά → Γαλλικά - modest

προφορά
(aanvaardbaar) modeste

Αγγλικά → Αραβικά - modest

προφορά
‏المتواضع‏
‏متواضع، خجول، حيي، محتشم، معتدل، بسيط، غير مغرور‏

Αγγλικά → Κινεζικά - modest

προφορά
(形) 谦逊的, 适度的, 羞怯的

Αγγλικά → Κινεζικά - modest

προφορά
(形) 謙遜的, 適度的, 羞怯的

Αγγλικά → Χίντι - modest

προφορά
a. लज्जावान, लाजवंत, विनीत, विनयपूर्ण, सविनय, परिमित, नरम, मामूली, शुद्ध, आडंबरहीन

Αγγλικά → Ιαπωνικά - modest

προφορά
(形) 謙虚な; あまり大きくない; 地味な; 簡素な, 質素な, 控えめな

Αγγλικά → Κορεατικά - modest

προφορά
형. 겸손한, 잘난체 하지 않는; 적당한; 정도를 지킨, 단순한; 품위있는, 고상한, 정숙한; 정숙하게 옷을 입은

Αγγλικά → Βιετναμικά - modest

προφορά
a. khiêm tốn, khiêm nhượng, nhã nhặn, nết na


© dictionarist.com