Αγγλικά → Ελληνικά - misbehaviour

προφορά
[misbehaviour (Brit.) ] ουσ. κακή διαγωγή

Αγγλικά → Αγγλικά - misbehaviour

προφορά
[misbehaviour (Brit.) ] n. poor conduct, bad behavior, misconduct (also misbehavior)

Αγγλικά → Γαλλικά - misbehaviour

προφορά
[misbehaviour (Brit.) ] n. mauvaise conduite, inconduite, mauvaise tenue, mauvais comportement, dissipation

Αγγλικά → Γερμανικά - misbehaviour

προφορά
Brit.) ] n. schlechtes Verhalten, unkorrektes Verhalten

Αγγλικά → Ινδονησιακά - misbehaviour

προφορά
n. kelakuan buruk, kelakuan jahat

Αγγλικά → Ιταλικά - misbehaviour

προφορά
[misbehaviour (Brit.) ] s. comportamento scorretto

Αγγλικά → Πολωνικά - misbehaviour

προφορά
n. złe zachowanie się, sprawka

Αγγλικά → Πορτογαλικά - misbehaviour

προφορά
[misbehaviour (Brit.) ] s. comportamento impróprio, mau comportamento (no inglês americano escreve-se misbehavior)

Αγγλικά → Ρουμανικά - misbehaviour

προφορά
n. purtare urâtă, comportare urâtă, lipsă de bună creştere, necuviinţă, contravenţie, delict

Αγγλικά → Ρωσικά - misbehaviour

προφορά
[misbehaviour (Brit.) ] с. дурное поведение, недостойное поведение, проступок

Αγγλικά → Ισπανικά - misbehaviour

προφορά
s. comportamiento: mal comportamiento (m), conducta: mala conducta (f)

Αγγλικά → Τουρκικά - misbehaviour

προφορά
[misbehaviour (Brit.) ] i. yaramazlık, terbiyesizlik

Αγγλικά → Ουκρανικά - misbehaviour

προφορά
n. провина, поведінка: погана поведінка

Αγγλικά → Ολλανδικά - misbehaviour

προφορά
[misbehaviour (Brit.) ] zn. wangedrag, slecht gedrag

Αγγλικά → Αραβικά - misbehaviour

προφορά
‏سوء تصرف، سوء سلوك، سلوك سيء‏

Αγγλικά → Κινεζικά - misbehaviour

προφορά
n. 秽行 (huı4 xıng2), 坏事 (huaı4 shı4)

Αγγλικά → Κινεζικά - misbehaviour

προφορά
n. 穢行 (huı4 xıng2), 壞事 (huaı4 shı4)

Αγγλικά → Χίντι - misbehaviour

προφορά
n. दुष्ट वृत्ति़, दुराचार, क़सूर, अवगुण

Αγγλικά → Ιαπωνικά - misbehaviour

προφορά
[misbehaviour (Brit.) ] (名) 不品行(misbehavior とも綴る)

Αγγλικά → Κορεατικά - misbehaviour

προφορά
[misbehaviour (Brit.) ] 명. 버릇 없음

Αγγλικά → Βιετναμικά - misbehaviour

προφορά
n. phẩm hạnh xấu, phẩm hạnh phóng đảng


dictionary extension
© dictionarist.com