Γαλλικά → Αγγλικά - mesura

measured

Πορτογαλικά → Αγγλικά - mesura

προφορά
(f) n. curtsey, curtsy; obeisance, reverence

Ισπανικά → Αγγλικά - mesura

προφορά
n. measuring glass

Ισπανικά → Γερμανικά - mesura

προφορά
n. gemessenheit, abgemessenheit, maß, wohlerzogenheit

Ισπανικά → Ρωσικά - mesura

προφορά
n. сдержанность

Ισπανικά → Κορεατικά - mesura

προφορά
n. 내성적


dictionary extension
© dictionarist.com