Ισπανικά → Αγγλικά - mensajero

προφορά
adj. sent, delivered, conveyed, given

Ισπανικά → Γαλλικά - mensajero

προφορά
(hombre) courrier (m); messager (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - mensajero

προφορά
n. bote

Ισπανικά → Ρωσικά - mensajero

προφορά
n. посыльный, вестник,
adj. предвещающий

Ισπανικά → Κορεατικά - mensajero

προφορά
n. 심부름꾼, 전령
adj. 예감하는


dictionary extension
© dictionarist.com