Αγγλικά → Ελληνικά - measurement

προφορά
ουσ. διαμέτρηση, μέτρο, μέτρηση

Αγγλικά → Αγγλικά - measurement

προφορά
n. calculation of size or extent; assessment of capacity or dimension; system of measures (liquid measurement, dry measurement)

Αγγλικά → Γαλλικά - measurement

προφορά
n. mensuration; arpentage; mesure, mesurage; jaugeage; cubage; encombrement

Αγγλικά → Γερμανικά - measurement

προφορά
n. Maß; Messung; Messungen; Maßsystem; Abmessung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - measurement

προφορά
n. pengukuran, ukuran

Αγγλικά → Ιταλικά - measurement

προφορά
s. misurazione; dimensione; sistema di misura; (Mar) stazzatura

Αγγλικά → Πολωνικά - measurement

προφορά
n. mierzenie, wymierzenie, pomiary, dozowanie, miara, wymiar, objętość, metraż

Αγγλικά → Πορτογαλικά - measurement

προφορά
s. medida; dimensão

Αγγλικά → Ρουμανικά - measurement

προφορά
n. măsurare, măsurătoare, măsură

Αγγλικά → Ρωσικά - measurement

προφορά
с. измерение, обмер, система мер

Αγγλικά → Ισπανικά - measurement

προφορά
s. medida, aforo, dimensión, medición, mensura, mensuración

Αγγλικά → Τουρκικά - measurement

προφορά
i. ölçü, ölçüm, ölçme

Αγγλικά → Ουκρανικά - measurement

προφορά
n. вимірювання, міра: система мір, мірення

Αγγλικά → Ολλανδικά - measurement

προφορά
zn. afmeting, maat, maatsysteem

Αγγλικά → Αραβικά - measurement

προφορά
‏قياس، مساحة، حجم، كيل، نظام مقاييس‏

Αγγλικά → Κινεζικά - measurement

προφορά
(名) 测量法; 尺寸; 度量

Αγγλικά → Κινεζικά - measurement

προφορά
(名) 測量法; 尺寸; 度量

Αγγλικά → Χίντι - measurement

προφορά
n. पैमाइश, नपाई, माप, परिमित प्रमाण

Αγγλικά → Ιαπωνικά - measurement

προφορά
(名) 測定; 寸法; 体のサイズ

Αγγλικά → Κορεατικά - measurement

προφορά
명. 크기 측정; 면적 또는 용량 측정; 측정법, 도량법

Αγγλικά → Βιετναμικά - measurement

προφορά
n. sự đo lường, cách đo lường, phép đo lường


dictionary extension
© dictionarist.com