Αγγλικά → Ελληνικά - meaning

προφορά
ουσ. έννοια, νόημα

Αγγλικά → Αγγλικά - meaning

προφορά
n. definition; significance; intention; explanation
adj. having much significance; significant, important

Αγγλικά → Γαλλικά - meaning

προφορά
n. signification; intention; sens
adj. significatif; éloquent; expressif

Αγγλικά → Γερμανικά - meaning

προφορά
[mean] v. meinen; bedeuten
n. Bedeutung; Absicht
adj. vielsagende Bedeutung; bedeutend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - meaning

προφορά
n. arti, maksud, makna, pengartian, ujud

Αγγλικά → Ιταλικά - meaning

προφορά
s. significato; fine, scopo; eloquenza, espressività
agg. intenzionato; eloquente, espressivo, significativo

Αγγλικά → Πολωνικά - meaning

προφορά
n. znaczenie, sens
a. znaczący

Αγγλικά → Πορτογαλικά - meaning

προφορά
s. significado, sentido; intenção, propósito; definição, explicação
adj. significativo, expressivo

Αγγλικά → Ρουμανικά - meaning

προφορά
n. înţeles, sens, semnificaţie, intenţie, plan, scop
a. semnificativ, înţeles: cu înţeles

Αγγλικά → Ρωσικά - meaning

προφορά
с. значение, смысл, важность
прил. значительный, многозначительный, выразительный, значащий

Αγγλικά → Ισπανικά - meaning

προφορά
s. significado, acepción, contenido, proyección, sentido, significación, trasfondo; intención, propósito
adj. significativo; intencionado

Αγγλικά → Τουρκικά - meaning

προφορά
i. anlam, manâ, içerik, kasıt, amaç
s. niyetli, kasıtlı, manâlı, anlamlı

Αγγλικά → Ουκρανικά - meaning

προφορά
n. зміст, значення, пуття, сенс, смисл
a. значущий, багатозначний

Αγγλικά → Ολλανδικά - meaning

προφορά
bn. veelbetekenend
zn. bedoeling, betekenis, doel, plan, strekking

Αγγλικά → Αραβικά - meaning

προφορά
‏مغزى، معنى، مدلول، مراد، إعتزام، مضمون‏

Αγγλικά → Κινεζικά - meaning

προφορά
(名) 意思; 意义, 重要性; 含义
(形) 意味深长的

Αγγλικά → Κινεζικά - meaning

προφορά
(名) 意思; 意義, 重要性; 含義
(形) 意味深長的

Αγγλικά → Χίντι - meaning

προφορά
n. मतलब, माने, अर्थ, प्रयोजन, लक्ष्य, उद्देश्य

Αγγλικά → Ιαπωνικά - meaning

προφορά
(形) 意味ありげな; 意図を持った
(名) 意味; 意図; 意義
(動) 意味する; …のつもりで言う; 意図する

Αγγλικά → Κορεατικά - meaning

προφορά
명. 의미, 뜻; 의도; 설명
형. 의미 심장한, 눈초리 따위가 의미심장한; 중요한

Αγγλικά → Βιετναμικά - meaning

προφορά
a. có ý tốt, có hảo ý, đầy ý nghĩa


dictionary extension
© dictionarist.com