Αγγλικά → Αγγλικά - materia

προφορά
n. material, matter
n. materia, material, matter, substance, stuff; theme, issue, content
n. matter, material, subject, substance, theme, stuff, stock

Αγγλικά → Γαλλικά - materia

προφορά
n. matériel nécessaire, principal à plusieurs fonctions

Αγγλικά → Γερμανικά - materia

προφορά
n. Materie (Stoff, Inhalt; Alles, was mit einem bestimmten Thema gemeinsam hat)

Αγγλικά → Ιταλικά - materia

προφορά
s. materia, sostanza fisica

Αγγλικά → Πορτογαλικά - materia

προφορά
s. matéria, substância

Αγγλικά → Ρωσικά - materia

προφορά
с. материя (философия)

Αγγλικά → Ισπανικά - materia

προφορά
s. materia (sustancia extensa, divisible e impenetrable; cosas físicas no espirituales; Materia teorética; todo lo relacionado a un tópico)

Ιταλικά → Αγγλικά - materia

προφορά
n. matter, material, subject, substance, theme, stuff, stock

Πολωνικά → Αγγλικά - materia

n. matter, point, cloth, material, fabric, stuff

Ισπανικά → Αγγλικά - materia

προφορά
n. material, stuff, matter; subject, topic

Ιταλικά → Γαλλικά - materia

προφορά
1. (fisica) matière (f)
2. (scienza) sujet (m)
3. (oggetti) matière (f); substance (f)

Ιταλικά → Γερμανικά - materia

προφορά
n. materie, substanz, disziplin, stoff, gegenstand, thema, fach, fachgebiet

Ισπανικά → Γαλλικά - materia

προφορά
1. (discusión) sujet (m); objet (m)
2. (escritura) sujet (m)
3. (física) matière (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - materia

προφορά
n. materie, stoff, substanz, werkstoff, material, gut, mittel, eiter, thema, angelegenheit, sache, gebiet, sachgebiet, fachgebiet, disziplin, gegenstand, unterrichtsgegenstand

Ισπανικά → Ρωσικά - materia

προφορά
n. материя, вещество

Αγγλικά → Ιαπωνικά - materia

προφορά
(名) 材料; 物質; 原料; 生地; 資料

Ισπανικά → Κορεατικά - materia

προφορά
n. 재료, 용무


dictionary extension
© dictionarist.com