Αγγλικά → Ελληνικά - mastery

προφορά
(Lex**) κυριότητα

Αγγλικά → Αγγλικά - mastery

προφορά
n. command, control; proficiency, comprehensive knowledge; masterly skill, expertise; artfulness

Αγγλικά → Γαλλικά - mastery

προφορά
n. maîtrise, érudition, compétence, dextérité; artisanat; commande, contrôle, expérience

Αγγλικά → Γερμανικά - mastery

προφορά
n. Herrschaft; Gewalt; Vorrang; Oberhand; Meisterschaft; Beherrschung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - mastery

προφορά
n. keahlian, kemahiran, kejagoan, penguasaan

Αγγλικά → Ιταλικά - mastery

προφορά
s. padronanza, dominio, controllo; vittoria; predominio, supremazia, superiorità; conoscenza perfetta; maestria, abilità, perizia

Αγγλικά → Πολωνικά - mastery

προφορά
n. władza, opanowanie, władanie, biegłość w czymś, mistrzostwo, góra

Αγγλικά → Πορτογαλικά - mastery

προφορά
s. domínio; poder; governo; maestria; habilidade

Αγγλικά → Ρουμανικά - mastery

προφορά
n. autoritate, putere, stăpânire, artă, măiestrie, perfecţiune, cunoaştere

Αγγλικά → Ρωσικά - mastery

προφορά
с. господство, власть; мастерство, совершенное владение

Αγγλικά → Ισπανικά - mastery

προφορά
s. dominio, autoridad, dominación, poder, señorío; maestría, experticia, técnica, habilidad; profesionalismo; superioridad

Αγγλικά → Τουρκικά - mastery

προφορά
i. idare, egemenlik, üstünlük, ustalık

Αγγλικά → Ουκρανικά - mastery

προφορά
n. панування, майстерність

Αγγλικά → Ολλανδικά - mastery

προφορά
zn. meesterschap, heerschappij, overhand, overmacht

Αγγλικά → Αραβικά - mastery

προφορά
‏سيادة، سيطرة، تفوق، براعة، تمكن، تضلع‏

Αγγλικά → Κινεζικά - mastery

προφορά
(名) 征服, 技巧, 统治权

Αγγλικά → Κινεζικά - mastery

προφορά
(名) 征服, 技巧, 統治權

Αγγλικά → Χίντι - mastery

προφορά
n. आधिपत्य, प्रभुत्व, श्रेष्ठता, विजय

Αγγλικά → Ιαπωνικά - mastery

προφορά
(名) 支配; 優勢; 勝利

Αγγλικά → Κορεατικά - mastery

προφορά
명. 지배, 지휘; 정통한 지식; 전문적 기술; 숙련

Αγγλικά → Βιετναμικά - mastery

προφορά
n. quyền lực, quyền hành, chủ quyền, sự hiểu biết rỏ ràng


dictionary extension
© dictionarist.com