Αγγλικά → Ελληνικά - march

προφορά
ουσ. μάρτιος, πορεία, βάδισμα, εμβατήριο, σύνορο, οδοιπορία
ρήμ. πορεύομαι, βαδίζω

Αγγλικά → Αγγλικά - march

προφορά
n. long journey by foot; coordinated steps of soldiers; organized walk; progression; marching song; boundary
v. trek, journey; walk in coordinated steps like soldiers; march in protest, demonstrate; advance; border

Αγγλικά → Γαλλικά - march

προφορά
n. excursion à pied; marche; marche (défilé), marche à pied; avance, distance à pied; marche (Musique); limite, zone
v. partir en excusion, faire une randonnée, faire de la marche; marcher; parader; défiler; manifester, protester; limiter; accélérer, progresser

Αγγλικά → Γερμανικά - march

προφορά
[March] n. März, dritter Monat des gregorianischen Kalenders
n. März; Marsch
v. marschieren

Αγγλικά → Ινδονησιακά - march

προφορά
n. maret, gerakan, baris, mars, batasan
v. menyuruh pergi, berbaris, berdefile, berbatas, berbatasan

Αγγλικά → Ιταλικά - march

προφορά
s. marcia; passo di marcia; (fig) il procedere, corso
v. marciare, avanzare a passo di marcia; mettersi in marcia; avanzare con decisione, muoversi con risolutezza; (fig) progredire, procedere

Αγγλικά → Πολωνικά - march

προφορά
n. marzec, marsz, pochód, postęp {przen.}, przemarsz
v. maszerować, przechadzać się, rozwijać się, poprowadzić
a. marcowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - march

προφορά
s. marcha, caminhada, desfile, parada; passeata; avanço, distância de uma caminhada; limite, setor
v. caminhar; caminhar na multidão; desfilar; participar de uma passeata; conduzir uma multidão; limitar

Αγγλικά → Ρουμανικά - march

προφορά
n. martie, mărţişor
n. graniţă {ist.}, marş, scurgere, trecere, desfăşurare, progres
v. merge în marş, mărşălui, sta: nu sta în loc

Αγγλικά → Ρωσικά - march

προφορά
с. марш, граница
г. маршировать, шествовать, устраивать демонстрацию, шагать

Αγγλικά → Ισπανικά - march

προφορά
s. marcha; caminata; progreso, avance; distancia que recorrer a pie; música que acompaña a los caminantes, a los soldados en marcha; frontera, límite
v. marchar, ir; marcar el paso

Αγγλικά → Τουρκικά - march

προφορά
f. yürüyüş yaptırmak, uygun adım yürümek
i. mart, marş, sınır bölgesi, uygun adımla yürüyüş, sınır, hudut

Αγγλικά → Ουκρανικά - march

προφορά
n. березень, марш, хід, марширування, марець, похід, хода
v. марширувати, виводити, межувати
a. похідний

Γερμανικά → Αγγλικά - march

προφορά
n. third month of the Gregorian calendar

Αγγλικά → Ολλανδικά - march

προφορά
bn. maarts-
zn. lentemaand, maart

Αγγλικά → Αραβικά - march

προφορά
‏مارس، آذار، مسيرة، مارش لحن عسكري، تخم، زحف‏
‏خطا، سير، تاخم، تقدم، خرج في مسيرة، تظاهر، دخل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - march

προφορά
(名) 三月; 行军; 行进; 行程#边界; 英格兰和苏格兰的接界地区
(动) 前进; 走过, 通过; 行军; 迫使...前进; 把强行带走

Αγγλικά → Κινεζικά - march

προφορά
(名) 三月; 行軍; 行進; 行程#邊界; 英格蘭和蘇格蘭的接界地區
(動) 前進; 走過, 通過; 行軍; 迫使...前進; 把強行帶走

Αγγλικά → Χίντι - march

προφορά
n. मार्च, कूच, रास्ता, प्रयाण, मंज़िल, तरक़्क़ी, प्रगति, उन्नति, जलूस, जुलूस, प्रदर्शन, हद, सीमा
v. मार्च करना, प्रयाण करना, ले जाना, निकालना, हटाना, नज़दीक होना, समीपवर्ती होना
a. मार्च का

Αγγλικά → Ιαπωνικά - march

προφορά
(動) 行進する; 進軍する; 堂々と歩く; さっさと歩く
(名) マーチ, 行進; 行程; 行進曲; 歩調

Αγγλικά → Κορεατικά - march

προφορά
명. 행군; 도보여행; 시위를 위한 행진, 데모행진; 행진곡; 진행, 전진
동. 도보여행하다; 군인처럼 행진하다; 시위하다; 전진하다; 경계를 접하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - march

προφορά
n. biên giới, ranh giới, khoảng đất giữa hai nước, cuộc diển hành, hành khúc
v. giáp giới, tiếp giới, có một biên giới chung, diển hành, phát triển, khởi hành, khởi sự
n. tháng ba dương lịch


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: marching
Present: march (3.person: marches)
Past: marched
Future: will march
Present conditional: would march
Present Perfect: have marched (3.person: has marched)
Past Perfect: had marched
Future Perfect: will have marched
Past conditional: would have marched
© dictionarist.com