Πορτογαλικά → Αγγλικά - manso

προφορά
adj. mild, meek; pet, tame; gentle, lamblike

Ισπανικά → Αγγλικά - manso

προφορά
adj. gentle, mild, meek; tame

Πορτογαλικά → Γαλλικά - manso

προφορά
(animais) domestiqué; apprivoisé; docile; doux

Ισπανικά → Γαλλικά - manso

προφορά
1. (carácter) doux; gentil
2. (comportamiento) obéissant; docile

Ισπανικά → Γερμανικά - manso

προφορά
n. leithammel
a. sanft, sanftmütig, mild, zahm, fromm, zutraulich, kirre, still, ruhig

Ισπανικά → Ρωσικά - manso

προφορά
adj. кроткий

Ισπανικά → Κορεατικά - manso

προφορά
adj. 온화한, 순한


dictionary extension
© dictionarist.com