Αγγλικά → Ελληνικά - manner

προφορά
ουσ. τρόπος

Αγγλικά → Αγγλικά - manner

προφορά
n. mode, fashion, style; behavior, way; type, kind
n. men; menfolk, menfolks
n. man, person, human being, husband; male, member of the male gender

Αγγλικά → Γαλλικά - manner

προφορά
n. manière, mode, façon, coutume; style; les bonnes manières

Αγγλικά → Γερμανικά - manner

προφορά
n. Methode; Art; Sitte; Weg

Αγγλικά → Ινδονησιακά - manner

προφορά
n. cara, macam, ragam, olah, sikap, rentak, lagu, gaya

Αγγλικά → Ιταλικά - manner

προφορά
s. modo, maniera; modo di fare, tratto, modi; abitudine, usanza; stile

Αγγλικά → Πολωνικά - manner

προφορά
n. sposób, zwyczaj, postawa, maniera, obejście, sposób bycia, zachowanie się, kultura, fason, rodzaj

Αγγλικά → Πορτογαλικά - manner

προφορά
s. maneira, jeito, modo; costume, hábito; gênero, espécie; delicadeza

Αγγλικά → Ρουμανικά - manner

προφορά
n. mod, fel, chip, manieră, stil, obicei, deprindere, înfăţişare, ţinută, fel de a fi, soi {înv.}, categorie, fel de viaţă, mod de viaţă, gen

Αγγλικά → Ρωσικά - manner

προφορά
с. метод, способ, умение держать себя, образ действий, манера, хорошие манеры, обычаи, нравы, стиль, художественная манера, род, сорт

Αγγλικά → Ισπανικά - manner

προφορά
s. manera, forma, guisa, medio, método, modalidad, modo, talante, vía; conducta

Αγγλικά → Τουρκικά - manner

προφορά
i. davranış, tutum, tavır, hareket tarzı, ton, tarz, eda

Αγγλικά → Ουκρανικά - manner

προφορά
n. метод, спосіб, манера, стиль, звик, кіп, лад, манір, норов, тон, фасон, чин

Αγγλικά → Ολλανδικά - manner

προφορά
zn. manier; weg; gewoonte; beleefdheid

Αγγλικά → Αραβικά - manner

προφορά
‏ضرب، نوع، وضع، حالة، نمط، أسلوب، سلوك، نسق، عادات حميدة، سلوك حسن‏

Αγγλικά → Κινεζικά - manner

προφορά
(名) 样子, 风格, 礼貌

Αγγλικά → Κινεζικά - manner

προφορά
(名) 樣子, 風格, 禮貌

Αγγλικά → Χίντι - manner

προφορά
n. ढंग, तरीक़ा, प्रणाली, रीति, तर्ज़, रंग, शैली, भांति, वज़ा, सूरत, चाल, चाल-चलन

Αγγλικά → Ιαπωνικά - manner

προφορά
(名) 方法; 態度; 行儀

Αγγλικά → Κορεατικά - manner

προφορά
명. 양식, 형식, 작풍, 풍습; 태도, 거동, 풍속; 종류, 유형

Αγγλικά → Βιετναμικά - manner

προφορά
n. cách làm việc gì, phương pháp, lối, thói quen


dictionary extension
© dictionarist.com