Αγγλικά → Ελληνικά - manipulate

προφορά
ρήμ. χειρίζομαι, παραποιώ, μανουβράρω

Αγγλικά → Αγγλικά - manipulate

προφορά
v. handle or operate with the hands; influence, manage, control; adapt or change to suit one's purpose
v. manipulate, handle; manage, control; maneuver

Αγγλικά → Γαλλικά - manipulate

προφορά
v. manipuler, manoeuvrer, actionner; agir; arranger; tripoter (familier)

Αγγλικά → Γερμανικά - manipulate

προφορά
v. veranlassen, in Betrieb setzen, bearbeiten; zum funktionieren bringen; listig beeinflussen, manipulieren

Αγγλικά → Ινδονησιακά - manipulate

προφορά
v. menggerakkan, memainkan, menggunakan, menyelewengkan, mendalangi

Αγγλικά → Ιταλικά - manipulate

προφορά
v. azionare, far muovere, manovrare; dirigere, guidare; maneggiare; raggirare, abbindolare; alterare, manipolare

Αγγλικά → Πολωνικά - manipulate

προφορά
v. manipulować, zręcznie pokierować, manewrować, sfałszować

Αγγλικά → Πορτογαλικά - manipulate

προφορά
v. manipular, preparar com as mãos; acionar, fazer funcionar; engendrar, maquinar

Αγγλικά → Ρουμανικά - manipulate

προφορά
v. manipula, mânui, manevra, învârti, măslui

Αγγλικά → Ρωσικά - manipulate

προφορά
г. манипулировать, умело обращаться, влиять, подтасовывать, воздействовать

Αγγλικά → Ισπανικά - manipulate

προφορά
v. manipular, manejar, maniobrar

Αγγλικά → Τουρκικά - manipulate

προφορά
f. el ile işletmek, idare etmek, hile yapmak, oynama yapmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - manipulate

προφορά
v. маніпулювати, впливати, підтасовувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - manipulate

προφορά
ww. in werking stellen; laten werken, werken met; met de hand bedienen; goed weten te bedienen; slecht beïnvloeden, manipuleren

Αγγλικά → Αραβικά - manipulate

προφορά
‏أثر في، تلاعب، عالج ببراعة، ضارب، ناور في السوق التجارية‏

Αγγλικά → Κινεζικά - manipulate

προφορά
(动) 操纵, 操作, 利用

Αγγλικά → Κινεζικά - manipulate

προφορά
(動) 操縱, 操作, 利用

Αγγλικά → Χίντι - manipulate

προφορά
v. सफ़ाई से चलाना, सफ़ाई से बरताना, जोड़-जोड़ करना, साज़-बाज़ करना, फेंटकर अपने मतलब का चुन लेना, तोड़ना-मरोड़ना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - manipulate

προφορά
(動) 操作する; 巧みに操る; ごまかす; 手で治療する

Αγγλικά → Κορεατικά - manipulate

προφορά
동. 교묘히 다루다, 손으로 교묘히 다루다; 영향을 주다, 다루다, 조종하다; 조작하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - manipulate

προφορά
v. dùng, vận dụng, điều khiển, chuyển dụng


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: manipulating
Present: manipulate (3.person: manipulates)
Past: manipulated
Future: will manipulate
Present conditional: would manipulate
Present Perfect: have manipulated (3.person: has manipulated)
Past Perfect: had manipulated
Future Perfect: will have manipulated
Past conditional: would have manipulated
© dictionarist.com