Αγγλικά → Ελληνικά - manifestation

προφορά
ουσ. εκδήλωση, φανέρωση

Αγγλικά → Αγγλικά - manifestation

προφορά
n. act of manifesting; state of being manifested; demonstration or indication or something; materialization of a spirit; public rally or demonstration
n. manifestation, demonstration, march; show, event

Αγγλικά → Γαλλικά - manifestation

προφορά
n. manifestation; expression; éclaircissement

Αγγλικά → Γερμανικά - manifestation

προφορά
n. Erscheinung, Offenbarung, Kundgebung, Ausdruck; Erhellung; Demo; Manifestation

Αγγλικά → Ινδονησιακά - manifestation

προφορά
n. manifestasi, perwujudan, penjelmaan

Αγγλικά → Ιταλικά - manifestation

προφορά
s. manifestazione, rivelazione; sintomo, indizio; dimostrazione

Αγγλικά → Πολωνικά - manifestation

προφορά
n. manifestacja, demonstracja, ukazanie się, ujawnienie, przejawienie, przejaw, okazanie, okazywanie, objawienie, objaw, dowód, pojawienie się

Αγγλικά → Πορτογαλικά - manifestation

προφορά
s. manifestação, expressão; aclaramento, esclarecimento; manifesto, declaração pública

Αγγλικά → Ρουμανικά - manifestation

προφορά
n. manifestare, declarare, exprimare, manifestaţie, demonstraţie

Αγγλικά → Ρωσικά - manifestation

προφορά
с. проявление, манифестация, обнародование

Αγγλικά → Ισπανικά - manifestation

προφορά
s. manifestación, exteriorización; manifiesto

Αγγλικά → Τουρκικά - manifestation

προφορά
i. görünme, belli olma, cilve

Αγγλικά → Ουκρανικά - manifestation

προφορά
n. маніфестація, обнародування, вияв, виявлення, прояв

Γαλλικά → Αγγλικά - manifestation

προφορά
(f) n. manifestation, demonstration, march; show, event

Γερμανικά → Αγγλικά - manifestation

προφορά
n. manifestation, demonstration

Αγγλικά → Ολλανδικά - manifestation

προφορά
zn. ontdekking, uitvinding; uitdrukking; verklaring; openbare bekendmaking

Γαλλικά → Γερμανικά - manifestation

προφορά
n. demonstration, manifestation, manifestierung, veranstaltung, bezeigung, bekundung, kundgebung, äußerung, ausdruck, bekunden, auftreten

Γαλλικά → Ιταλικά - manifestation

προφορά
1. (spectre) apparizione (f)
2. (opinion) professione (f); dichiarazione (f)
3. (politique) dimostrazione (f); manifestazione (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - manifestation

προφορά
1. (spectre) manifestação (f); aparição (f)
2. (opinion) manifestação (f); declaração (f)
3. (politique) protesto (m); manifestação (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - manifestation

προφορά
n. проявление (чувства) (f), выражение (f), высказывание (f), обнародование (f), выступление (f), демонстрация (f), манифестация (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - manifestation

προφορά
1. (spectre) manifestación (f)
2. (opinion) manifestación (f); declaración (f)
3. (politique) manifestación (f); demostración (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - manifestation

προφορά
[la] meydana çıkma, belli olma, kendini gösterme; gösteri

Γερμανικά → Γαλλικά - manifestation

προφορά
n. manifestation (f)

Γερμανικά → Ιταλικά - manifestation

προφορά
n. manifestazione (f)

Γερμανικά → Ρωσικά - manifestation

προφορά
n. манифестация (f), демонстрация (f), проявление (f), обнаружение (f)

Γερμανικά → Ισπανικά - manifestation

προφορά
n. manifestación (f)

Γερμανικά → Τουρκικά - manifestation

προφορά
belli etme, ortaya koyma, gösteri, yürüyüs

Γαλλικά → Ολλανδικά - manifestation

προφορά
1. (spectre) manifestatie (f); geestverschijning (f)
2. (opinion) verklaring (f); betuiging (f); uiting (f)
3. (politique) demonstratie (f); betoging (f); manifestatie (f)

Αγγλικά → Αραβικά - manifestation

προφορά
‏إظهار، مظاهرة، مظهر، ظهور، تجل، تظاهرة، تعبير‏

Αγγλικά → Κινεζικά - manifestation

προφορά
(名) 显示, 示威运动, 证明

Αγγλικά → Κινεζικά - manifestation

προφορά
(名) 顯示, 示威運動, 證明

Αγγλικά → Χίντι - manifestation

προφορά
n. दिखाना, ज़ाहिर करना, अभिव्यक्ति, अभिव्यंजना, प्रदर्शन, एलान, घोषणा, प्रस्फुटन, जलूस, जुलूस

Αγγλικά → Ιαπωνικά - manifestation

προφορά
(名) 表明; 示威行為; 政見発表; 表示するもの; 顕示

Αγγλικά → Κορεατικά - manifestation

προφορά
명. 표명; 표명된 상태; 명시, 표시; 심령출현; 시위

Αγγλικά → Βιετναμικά - manifestation

προφορά
n. sự phát biểu, sự biểu lộ, cuộc biểu tình

Γερμανικά → Κινεζικά - manifestation

προφορά
[die] pl.Manifestationen 声明。表明。显示。示威活动。


dictionary extension
© dictionarist.com