Ισπανικά → Αγγλικά - manera

προφορά
[manera (f)] n. manner, way, form, fashion; kind, type, sort

Ισπανικά → Γαλλικά - manera

προφορά
1. (uso) sens (m); façon (f); manière (f)
2. (modo) manière (f); façon (f); mode (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - manera

προφορά
n. weise, manier, art, weg, form, benehmen, anstand

Ισπανικά → Ρωσικά - manera

προφορά
n. манера, способ, образ

Ισπανικά → Κορεατικά - manera

προφορά
n. 방법


dictionary extension
© dictionarist.com