Γαλλικά → Αγγλικά - maintien

προφορά
(m) n. bearing, maintenance; poise, retention

Γαλλικά → Γερμανικά - maintien

προφορά
n. aufrechterhaltung, körperhaltung, beibehaltung, behauptung, erhaltung, einhaltung, wahrung, stabilität, belassung, pflege, haltung, fortbestand, halt, weiterbestehen

Γαλλικά → Ιταλικά - maintien

προφορά
1. (autorité) affermazione (f); rivendicazione (f)
2. (corps) portamento (m); atteggiamento (m); contegno (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - maintien

προφορά
1. (autorité) imposição (f)
2. (corps) postura (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - maintien

προφορά
n. сохранение в силе (m), поддержание (m), осанка (m), выправка (m), выдержка (тех.) (m), содержание (тех.) (m), обслуживание (тех.) (m), уход (тех.) (m), режим (тех.) (m), закрепление (режущей пластинки) (тех.) (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - maintien

προφορά
1. (autorité) aserción (f); afirmación (f)
2. (corps) porte (m); manera de andar; postura (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - maintien

προφορά
[le] koruma, gözetme; duruş, durum

Γαλλικά → Ολλανδικά - maintien

προφορά
1. (autorité) handhaving (f)
2. (corps) houding (f); postuur (n); lichaamshouding (f)


dictionary extension
© dictionarist.com