Αγγλικά → Ελληνικά - mainstay

προφορά
ουσ. κύριο στήριγμα, στυλοβάτης

Αγγλικά → Αγγλικά - mainstay

προφορά
n. strong rope supporting the mainmast of a sailing vessel (Nautical); chief support, something which is greatly relied upon

Αγγλικά → Γαλλικά - mainstay

προφορά
n. base, pilier (économie, philosophie), soutien principal (famille), étai de grand mat (nautique), support principal

Αγγλικά → Γερμανικά - mainstay

προφορά
n. Großstag (bei Schiffen, nautisch)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - mainstay

προφορά
n. dukungan utama, andalan

Αγγλικά → Ιταλικά - mainstay

προφορά
s. (naut.) straglio di maestra, (fig.) appoggio, sostegno principale

Αγγλικά → Πολωνικά - mainstay

προφορά
n. ostoja, oparcie, podpora, filar

Αγγλικά → Πορτογαλικά - mainstay

προφορά
s. estai (em navios); suporte principal

Αγγλικά → Ρουμανικά - mainstay

προφορά
n. straiul arborelui mare {mar.}, sprijin temeinic, sprijin principal

Αγγλικά → Ρωσικά - mainstay

προφορά
с. грота штаг, главная поддержка, главная опора, главная оплот, опора, оплот

Αγγλικά → Ισπανικά - mainstay

προφορά
s. fundación, basamento, motivo principal, sostén principal

Αγγλικά → Τουρκικά - mainstay

προφορά
i. ana istralya, dayanak noktası

Αγγλικά → Ουκρανικά - mainstay

προφορά
n. грота-штаг, підтримка: головна підтримка

Αγγλικά → Ολλανδικά - mainstay

προφορά
zn. grote stag (in scheepvaart); voornaamste steun

Αγγλικά → Αραβικά - mainstay

προφορά
‏عماد، دعامة أساسية، الحبل المثبت للشراع‏

Αγγλικά → Κινεζικά - mainstay

προφορά
(名) 支柱; 中流砥柱

Αγγλικά → Κινεζικά - mainstay

προφορά
(名) 支柱; 中流砥柱

Αγγλικά → Χίντι - mainstay

προφορά
n. प्रधान आश्रय, आधार, निर्भर, सहारा, गढ़, दुर्ग

Αγγλικά → Ιαπωνικά - mainstay

προφορά
(名) メーンステー; 頼みの綱

Αγγλικά → Κορεατικά - mainstay

προφορά
명. 대장지삭, 의지가 되는 것


dictionary extension
© dictionarist.com