Αγγλικά → Ελληνικά - magnanimous

προφορά
επίθ. μεγαλόψυχος

Αγγλικά → Αγγλικά - magnanimous

προφορά
adj. having a noble nature, unselfishly forgiving

Αγγλικά → Γαλλικά - magnanimous

προφορά
adj. magnanime

Αγγλικά → Γερμανικά - magnanimous

προφορά
adj. großmütig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - magnanimous

προφορά
a. murah hati, dermawan

Αγγλικά → Ιταλικά - magnanimous

προφορά
agg. in modo magnanimo

Αγγλικά → Πολωνικά - magnanimous

προφορά
a. wspaniałomyślny, wielkoduszny, łaskawy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - magnanimous

προφορά
adj. magnânimo

Αγγλικά → Ρουμανικά - magnanimous

προφορά
a. mărinimos

Αγγλικά → Ρωσικά - magnanimous

προφορά
прил. великодушный

Αγγλικά → Ισπανικά - magnanimous

προφορά
adj. magnánimo, benévolo

Αγγλικά → Τουρκικά - magnanimous

προφορά
s. yüce, asil ruhlu, bağışlayıcı

Αγγλικά → Ουκρανικά - magnanimous

προφορά
a. великодушний

Αγγλικά → Ολλανδικά - magnanimous

προφορά
bn. grootmoedig

Αγγλικά → Αραβικά - magnanimous

προφορά
‏شهم، رحب الصدر، سمح التفكير، كريم الطبع‏

Αγγλικά → Κινεζικά - magnanimous

προφορά
(形) 宽宏大量的; 有雅量的

Αγγλικά → Κινεζικά - magnanimous

προφορά
(形) 寬宏大量的; 有雅量的

Αγγλικά → Χίντι - magnanimous

προφορά
a. उदार, सदाशय, महानुभाव, उदारचरित, महामना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - magnanimous

προφορά
(形) 度量の大きい, 寛大な; 高潔な

Αγγλικά → Κορεατικά - magnanimous

προφορά
형. 도량이 큰

Αγγλικά → Βιετναμικά - magnanimous

προφορά
a. rộng lượng


dictionary extension
© dictionarist.com