Πορτογαλικά → Αγγλικά - maduro

προφορά
adj. full blown, mature; mellow, ripe

Ισπανικά → Αγγλικά - maduro

προφορά
[maduro] adj. ripe, mellow, mature

Πορτογαλικά → Γαλλικά - maduro

προφορά
1. (geral) complet 2. (vinho) moelleux; velouté; arrivé à maturité
3. (fruta) fondant; bien mûr 4. (horticultura) mûr
5. (pessoa) adulte 6. (comportamento) mature

Ισπανικά → Γαλλικά - maduro

προφορά
1. (fruta) fondant; bien mûr
2. (horticultura) mûr
3. (persona) adulte 4. (comportamiento) mature

Ισπανικά → Γερμανικά - maduro

προφορά
a. reif, ausgereift, gesetzt, reiflich, bedächtig, klug, gescheit, ausgewachsen, alt

Ισπανικά → Ρωσικά - maduro

προφορά
adj. зрелый, спелый

Ισπανικά → Κορεατικά - maduro

προφορά
adj. 익은, 성숙한
dictionary extension
© dictionarist.com