Πορτογαλικά → Αγγλικά - madurez

προφορά
(f) n. matureness, state of being completely developed, being ripe, being an adult

Ισπανικά → Αγγλικά - madurez

προφορά
n. matureness, state of being completely developed, being ripe, being an adult

Πορτογαλικά → Γαλλικά - madurez

προφορά
(geral) maturité (f)

Ισπανικά → Γαλλικά - madurez

προφορά
1. (general) maturité (f)
2. (vino) maturité (f)
3. (desarrollo) âge adulte; maturité (f); âge mûr; âge d'homme; âge viril; état adulte

Ισπανικά → Γερμανικά - madurez

προφορά
n. reife, gesetztheit

Ισπανικά → Ρωσικά - madurez

προφορά
n. зрелость

Ισπανικά → Κορεατικά - madurez

προφορά
n. 성숙


dictionary extension
© dictionarist.com