Αγγλικά → Ελληνικά - machiavellian

προφορά
επίθ. μακιαβελικός, σατανικός

Αγγλικά → Αγγλικά - machiavellian

προφορά
n. one who adheres to the principles developed by Machiavelli (particularly in regards to political manipulation and deception)
adj. of or pertaining to Machiavelli; of or pertaining to the political methods recommended by Machiavelli; scheming, deceptive, manipulative

Αγγλικά → Γαλλικά - machiavellian

προφορά
n. partisan du machiavélisme, doctrine de Machiavel, selon laquelle tous les moyens sont valables pour garder le pouvoir
adj. relatif ou spécifique à Machiavel; rusé, perfide; diabolique; astucieux, manipulateur; démoniaque; hypocrite

Αγγλικά → Γερμανικά - machiavellian

προφορά
n. Vertreter des Machivellismus (Machiavelli, ital. Staatsmann, dessen Buch "Il principe" seinen Gegnern als Rechtfertigung des von allen sittl. Normen losgelösten Machtstaates galt)
adj. machiavellistisch (skrupellos, ränkevoll)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - machiavellian

προφορά
a. malu: yg tak tahu malu, jujur: tdk jujur

Αγγλικά → Ιταλικά - machiavellian

προφορά
s. machiavellista; (spreg) persona astuta
agg. macchiavellico, furbo, scaltro

Αγγλικά → Πολωνικά - machiavellian

προφορά
a. makiawelski, makiaweliczny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - machiavellian

προφορά
s. doutrinário do maquiavelismo (visão de Maquiavel segundo a qual todos os meios são justificados para a manutenção do controle ou do governo)
adj. maquiavélico, referente a Maquiavel, malicioso, astuto; que tem má fé

Αγγλικά → Ρωσικά - machiavellian

προφορά
прил. бессовестный, неразборчивый

Αγγλικά → Ισπανικά - machiavellian

προφορά
s. maquiavelista (que profesa el maquiavelismo, doctrina de Machiavelo según la cual todos el fines son justicables para la conservación del poder - justifica los medios)
adj. maquiavélico, malo

Αγγλικά → Τουρκικά - machiavellian

προφορά
i. makyavelce
s. sinsi ve hilekâr

Αγγλικά → Ουκρανικά - machiavellian

προφορά
a. макіавеллівський

Αγγλικά → Ολλανδικά - machiavellian

προφορά
zn. Hangt het Machiavellisme aan (Machiavellistische mening die zegt dat alle middelen geoorloofd zijn voor de instandhouding van het bestuur)
bn. macchiavellistisch (huichelachtig)

Αγγλικά → Αραβικά - machiavellian

προφορά
‏مذهب الغاية تبرر الوسيلة، نفاق‏
‏ميكافيلي، إنتهازي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - machiavellian

προφορά
(名) 权谋政治家
(形) 察计多端的

Αγγλικά → Κινεζικά - machiavellian

προφορά
(名) 權謀政治家
(形) 詭計多端的

Αγγλικά → Χίντι - machiavellian

προφορά
a. चालाक, छली, धूर्त, कपटी, कपटपूर्ण, बेशरम, निलर्ज्ज, बेईमान, खोटा, कुटिल

Αγγλικά → Ιαπωνικά - machiavellian

προφορά
(形) マキアベリ主義の
(名) マキアベリ主義者(特に政治のごまかしに関心を払う)

Αγγλικά → Κορεατικά - machiavellian

προφορά
명. 권모 술수가, 권모 술수정치가
형. 마키아벨리류의

Αγγλικά → Βιετναμικά - machiavellian

προφορά
a. thủ đoạn quỷ quyệt, xảo quyệt, quyền thuật chủ nghĩa


dictionary extension
© dictionarist.com