Γαλλικά → Αγγλικά - lucratif

προφορά
payable, gainful, paid, moneymaking, remunerative, lucrative, workable, profitable, economic

Γαλλικά → Γερμανικά - lucratif

προφορά
adj. lukrativ, gewinnbringend, bezahlt: gut bezahlt, dotieren: gut dotiert, einträglich, dankbar

Γαλλικά → Ιταλικά - lucratif

προφορά
1. (affaire) redditizio
2. (compagnie) lucrativo

Γαλλικά → Πορτογαλικά - lucratif

προφορά
1. (affaire) lucrativo
2. (compagnie) lucrativo

Γαλλικά → Ρωσικά - lucratif

προφορά
a. выгодный, прибыльный, доходный

Γαλλικά → Ισπανικά - lucratif

προφορά
1. (affaire) provechoso; beneficioso
2. (compagnie) lucrativo

Γαλλικά → Τουρκικά - lucratif

προφορά
kazanç getiren, kârlı

Γαλλικά → Ολλανδικά - lucratif

προφορά
1. (affaire) winstgevend
2. (compagnie) winstgevend; lucratief


dictionary extension
© dictionarist.com