Αγγλικά → Ελληνικά - lucid

προφορά
επίθ. σαφής
ουσ. διαυγής

Αγγλικά → Αγγλικά - lucid

προφορά
adj. comprehensible, intelligible; rational, sane; transparent; bright, radiant, shining
v. illuminate, shine; display, flaunt; affect; (Latin America) look

Αγγλικά → Γαλλικά - lucid

προφορά
adj. lucide; clairvoyant, limpide; compréhensible, intelligible; transparent; illuminant, brillant; éclatant

Αγγλικά → Γερμανικά - lucid

προφορά
adj. klar; hell; (durch) scheinend; deutlich; durchsichtlich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - lucid

προφορά
a. jelas, cerah, terang

Αγγλικά → Ιταλικά - lucid

προφορά
agg. (fig) chiaro, lucido; (poet) luminoso, brillante, splendente; limpido, trasparente

Αγγλικά → Πολωνικά - lucid

προφορά
a. świecący, błyszczący, jasny, przejrzysty, czysty, klarowny, przystępny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - lucid

προφορά
adj. lúcido; claro; transparente; entendido; luminoso, brilhante

Αγγλικά → Ρουμανικά - lucid

προφορά
a. străluminat, luminos, limpede, clar, lucid, raţional, lămurit

Αγγλικά → Ρωσικά - lucid

προφορά
прил. ясный, понятный, светлый, яркий, прозрачный

Αγγλικά → Ισπανικά - lucid

προφορά
adj. lúcido, claro, luminoso, lustroso, soleado, vívido

Αγγλικά → Τουρκικά - lucid

προφορά
s. anlaşılır, açık, berrak, aklı başında

Αγγλικά → Ουκρανικά - lucid

προφορά
a. ясний, зрозумілий, лощений

Ρουμανικά → Αγγλικά - lucid

a. lucid, clear, pellucid, far-sighted
adv. lucidly, clearly

Ισπανικά → Αγγλικά - lucid

προφορά
[lucir] v. illuminate, shine; display, flaunt; affect; (Latin America) look

Αγγλικά → Ολλανδικά - lucid

προφορά
bn. helder, duidelijk

Αγγλικά → Αραβικά - lucid

προφορά
‏شفاف، واضح، مفهوم، صافي التفكير، نقي، نير، صاف، لامع، جلي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - lucid

προφορά
(形) 清楚易懂的, 明晰的; 神志清明的; 头脑清楚的; 透明的

Αγγλικά → Κινεζικά - lucid

προφορά
(形) 清楚易懂的, 明晰的; 神志清明的; 頭腦清楚的; 透明的

Αγγλικά → Χίντι - lucid

προφορά
a. चमकदार, सबोधगम्य, स्पष्ट अर्थ का, व्यक्त

Αγγλικά → Ιαπωνικά - lucid

προφορά
(形) 明快な; 正気の

Αγγλικά → Κορεατικά - lucid

προφορά
형. 알기쉬운, 이해할 수 있는; 의식이 뚜렷한; 맑은; 밝은, 빛나는

Αγγλικά → Βιετναμικά - lucid

προφορά
a. chói sáng, lóng lánh, lòe sáng, có thể trông thấy, sáng suốt, minh mẫn


dictionary extension
© dictionarist.com