Αγγλικά → Ελληνικά - lineage

προφορά
ουσ. γενεαλογία, καταγωγή

Αγγλικά → Αγγλικά - lineage

προφορά
n. direct descent from an ancestor; ancestry, family, genealogy

Αγγλικά → Γαλλικά - lineage

προφορά
n. lignée

Αγγλικά → Γερμανικά - lineage

προφορά
n. Abstammung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - lineage

προφορά
n. garis silsilah, garis keturunan, stambom, sulalat

Αγγλικά → Ιταλικά - lineage

προφορά
s. lignaggio, stirpe, schiatta; discendenza, progenie

Αγγλικά → Πολωνικά - lineage

προφορά
n. wierszowe
n. rodowód, ród

Αγγλικά → Πορτογαλικά - lineage

προφορά
s. linhagem

Αγγλικά → Ρουμανικά - lineage

προφορά
n. linie, descendenţă, neam

Αγγλικά → Ρωσικά - lineage

προφορά
с. происхождение, родословная, построчная оплата, число строк в печатной странице

Αγγλικά → Ισπανικά - lineage

προφορά
s. linaje, abolengo, alcurnia, ascendencia, casta, cepa, clan, cuna, descendencia, estirpe, genealogía, laya, parentela, progenie, prosapia, ralea, raza, sangre; número de líneas

Αγγλικά → Τουρκικά - lineage

προφορά
i. soy, köken, nesil, sülale

Αγγλικά → Ουκρανικά - lineage

προφορά
n. походження, родовід, рід

Αγγλικά → Ολλανδικά - lineage

προφορά
zn. geslacht, afkomst; nakomelingschap

Αγγλικά → Αραβικά - lineage

προφορά
‏نسب، ذرية، نسل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - lineage

προφορά
(名) 后裔; 家系, 世系#一行排列; 行数

Αγγλικά → Κινεζικά - lineage

προφορά
(名) 後裔; 家系, 世系#一行排列; 行數

Αγγλικά → Χίντι - lineage

προφορά
n. वंशावली

Αγγλικά → Ιαπωνικά - lineage

προφορά
(名) 血統

Αγγλικά → Κορεατικά - lineage

προφορά
명. 혈통; 조상, 가족, 계보학, 족보학

Αγγλικά → Βιετναμικά - lineage

προφορά
n. dòng dỏi, huyết thống, nòi giống, gia thống


dictionary extension
© dictionarist.com