Ισπανικά → Αγγλικά - linaje

προφορά
[linaje (m)] n. lineage, parentage, ancestry; pedigree

Ισπανικά → Γαλλικά - linaje

προφορά
(familia) lignage (m); ascendance (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - linaje

προφορά
n. abstammung, stamm, blut, geblüt, geschlecht

Ισπανικά → Ρωσικά - linaje

προφορά
n. род, родословная

Ισπανικά → Κορεατικά - linaje

προφορά
n. 선조, 가계, 기원


dictionary extension
© dictionarist.com