Αγγλικά → Ελληνικά - limber

προφορά
ουσ. κιλλίβας
επίθ. εύκαμπτος, ευλύγιστος

Αγγλικά → Αγγλικά - limber

προφορά
n. two-wheeled vehicle used to tow a field gun or caisson
v. make flexible; attach a field gun or caisson to a limber
adj. flexible, pliant; agile, supple

Αγγλικά → Γαλλικά - limber

προφορά
n. caisse de munitions ambulante pour canon
v. assouplir; attacher une caisse de munitions au canon
adj. souple; flexible, malléable

Αγγλικά → Γερμανικά - limber

προφορά
n. (Kiste) Kanonenladung
v. lockern; Kanone laden
adj. locker; gebeugt

Αγγλικά → Ινδονησιακά - limber

προφορά
v. melemaskan urat-urat
a. lentur, lemah gemulai, lemah lentur

Αγγλικά → Ιταλικά - limber

προφορά
s. (Mil) avantreno
v. rendere più agile, sciogliere
agg. agile, sciolto; pieghevole, flessibile; svelto, pronto, sveglio

Αγγλικά → Πολωνικά - limber

προφορά
a. gibki, zwinny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - limber

προφορά
s. parte dianteira das carretas de artilharia; bueiro (Náut.)
v. engatar peças de artilharia; tornar flexível
adj. flexível

Αγγλικά → Ρουμανικά - limber

προφορά
n. antetren
v. mlădia, îndupleca
a. flexibil, mlădios, pliant

Αγγλικά → Ρωσικά - limber

προφορά
с. передок, передок орудия [воен.]
г. брать на передок, делать гибким, делать податливым, делаться гибким, делаться податливым
прил. гибкий, податливый, проворный, мягкий

Αγγλικά → Ισπανικά - limber

προφορά
s. armón, juego delantero de la cureña del cañón
v. enganchar el armón a, poner o colocar el armón (juego delantero de la cureña del cañón)
adj. ágil; flexible; flojo

Αγγλικά → Τουρκικά - limber

προφορά
i. top arabası ön parçası
s. esnek, kıvrak, çevik

Αγγλικά → Ουκρανικά - limber

προφορά
n. дишло, голобля, передок
v. гнучкий: робити гнучким
a. гнучкий, проворний

Αγγλικά → Ολλανδικά - limber

προφορά
zn. buigzaamheid, lenigheid
ww. buigzaam maken, lenig worden; de spieren los maken
bn. buigzaam, lenig

Αγγλικά → Αραβικά - limber

προφορά
‏رشيق، لدن، سهل الأنثناء، مرن‏

Αγγλικά → Κινεζικά - limber

προφορά
(名) 拖前车
(动) 使柔软; 变柔软
(形) 柔软的; 灵活的

Αγγλικά → Κινεζικά - limber

προφορά
(名) 拖前車
(動) 使柔軟; 變柔軟
(形) 柔軟的; 靈活的

Αγγλικά → Χίντι - limber

προφορά
n. सामना, अगला भाग, अग्र-भाग
a. लचीला, लचकदार, तेज़, तीव्र

Αγγλικά → Ιαπωνικά - limber

προφορά
(形) しなやかな; 軽快な
(動) しなやかにする; 柔軟体操をする; 前車をつなぐ
(名) 前車; 汚水路

Αγγλικά → Κορεατικά - limber

προφορά
명. 앞차, 포의 앞차
동. 나긋나긋하게 하다, 나긋나긋하게 되다, 앞차를 연결시키다, 포가에 앞차를 연결시키다
형. 나긋나긋한, 경쾌한

Αγγλικά → Βιετναμικά - limber

προφορά
n. phần trước của súng đại bác, đường mương dưới đáy tàu, người nhanh nhẹn
v. lắp súng đại bác, làm cho mềm dẻo
a. mềm, dẻo


Χρονοι ρηματων

Present participle: limbering
Present: limber (3.person: limbers)
Past: limbered
Future: will limber
Present conditional: would limber
Present Perfect: have limbered (3.person: has limbered)
Past Perfect: had limbered
Future Perfect: will have limbered
Past conditional: would have limbered
© dictionarist.com