Πορτογαλικά → Αγγλικά - lerdo

προφορά
adj. sluggish, lethargic

Ισπανικά → Αγγλικά - lerdo

προφορά
adj. heavy, dull; slow; dim witted, dull-witted

Ισπανικά → Γαλλικά - lerdo

προφορά
1. (caminar) traînant
2. (comportamiento) lourdaud

Ισπανικά → Γερμανικά - lerdo

προφορά
a. schwerfällig, schwer, stumpfsinnig, stumpf, dumm

Ισπανικά → Ρωσικά - lerdo

προφορά
adj. тупой

Ισπανικά → Κορεατικά - lerdo

προφορά
adj. 똑똑치 않은, 바보의, 머리가 둔한


dictionary extension
© dictionarist.com