Αγγλικά → Ελληνικά - leer

προφορά
ουσ. λάγνο βλέμμα, λοξό βλέμμα, στραβοκοίταγμα
ρήμ. υποβλέπω

Αγγλικά → Αγγλικά - leer

προφορά
n. sly or malicious glance; lascivious look; glass furnace
v. glance at in a sly or malicious manner; look at in a lecherous manner
adj. (British) not burdened, free of encumbrance; starved, weak, famished

Αγγλικά → Γαλλικά - leer

προφορά
n. regarder quelqu'un d'un air mauvais ou concupiscent, lorgné quelqu'un
v. lorgner, regarder de biais; loucher; lancer des oeillades à quelqu'un
adj. affamé, faible; rejetant un joug

Αγγλικά → Γερμανικά - leer

προφορά
n. (lüsterner, boshafter) Seitenblick; Nachschielen
v. mit spöttischem Blick ansehen; schielen; begehrlich anblicken
adj. schlau, gerissen; argwöhnisch

Αγγλικά → Ινδονησιακά - leer

προφορά
n. lirik, kerlingan
v. melirik, mengerling

Αγγλικά → Ιταλικά - leer

προφορά
s. sbirciata, occhiata maliziosa
v. sbirciare; guardare con occhi cupidi
agg. sfrontato

Αγγλικά → Πολωνικά - leer

προφορά
n. chytre spojrzenie
v. chytry: spojrzeć chytrze

Αγγλικά → Πορτογαλικά - leer

προφορά
s. olhar malicioso, olhar desejoso; olhar que exprime segundas intenções; olhar atravessado; olhar lascivo
v. olhar de través, olhar atravessado
adj. livre de peso; faminto, enfraquecido

Αγγλικά → Ρουμανικά - leer

προφορά
n. privire răutăcioasă, căutătură răutăcioasă, privire lacomă, privire pofticioasă
v. uita: se uita chiorâş, uita: se uita strâmb

Αγγλικά → Ρωσικά - leer

προφορά
с. косой взгляд, хитрый взгляд, злобный взгляд, плотоядный взгляд
г. смотреть искоса, смотреть хитро, злобно смотреть, смотреть с вожделением
прил. косой

Αγγλικά → Ισπανικά - leer

προφορά
s. mirada lasciva, mirada de reojo, mirada de reojo lasciva, mirada de soslayo, mirada de soslayo maliciosa, mirada insinuante, mirada maliciosa
v. echar una mirada de soslayo, apartar la vista, echar una mirada de reojo, mirar al soslayo, mirar de reojo, mirar de soslayo; mirar de manera lasciva
adj. libre de ataduras (dialecto brit.); hambriento, débil

Αγγλικά → Τουρκικά - leer

προφορά
f. yan bakmak, kötü niyetle bakmak
i. yan bakma, arzulu bakış

Αγγλικά → Ουκρανικά - leer

προφορά
n. обличчя, вигляд, погляд: косий погляд
v. дивитися скоса, крастися

Γερμανικά → Αγγλικά - leer

προφορά
adj. (British) not burdened, free of encumbrance; starved, weak, famished

Ισπανικά → Αγγλικά - leer

προφορά
[leer] v. read, view written letters and convert them into words which have meaning; convert written letters into spoken words; understand, comprehend; learn; interpret; take

Ολλανδικά → Αγγλικά - leer

προφορά
n. doctrine, doctrinaire, teaching, leather, apprenticeship, chevrette

Αγγλικά → Ολλανδικά - leer

προφορά
zn. wellustige blik; wrede grijns, vuile blik
ww. gluren
bn. zwak

Γερμανικά → Γαλλικά - leer

προφορά
adj. vide, creux, blanc

Γερμανικά → Ιταλικά - leer

προφορά
adj. vuoto, deserto, libero, vacante, disabitato, ammobiliato: non ammobiliato, bianco, scarico, vano, inespressivo, privo, esausto, disponibile, fragile, abbandonato

Γερμανικά → Ρωσικά - leer

προφορά
adj. пустой, порожний, незанятый, праздный, бессодержательный
adv. пусто, вхолостую

Γερμανικά → Ισπανικά - leer

προφορά
adj. vacío, vaciado, evacuado, hueco, desocupado, ocupar: sin ocupar, libre, blanco: en blanco, huero, vano, vacuo, desierto, apurado, inane

Γερμανικά → Τουρκικά - leer

προφορά
s. boş

Ισπανικά → Γαλλικά - leer

προφορά
(texto) lire

Ισπανικά → Γερμανικά - leer

προφορά
v. lesen, ablesen, verlesen

Ισπανικά → Ρωσικά - leer

προφορά
v. читать

Ολλανδικά → Γαλλικά - leer

προφορά
1. (principe) doctrine (f); thèse (f)
2. (materiaal) cuir (m)

Γερμανικά → Ολλανδικά - leer

προφορά
blanco ,ijl ,ledig ,leeg ,lens ,loos

Αγγλικά → Αραβικά - leer

προφορά
‏نظرة خبيثة، نظرة شهوانية‏
‏غمز، نظر شزرا‏

Αγγλικά → Κινεζικά - leer

προφορά
(名) 秋波, 恶意的瞥视, 媚眼
(动) 送秋波; 斜视

Αγγλικά → Κινεζικά - leer

προφορά
(名) 秋波, 惡意的瞥視, 媚眼
(動) 送秋波; 斜視

Αγγλικά → Χίντι - leer

προφορά
v. तिच्छी से देखना, दुश्मनी से देखना
a. छली, धूर्त, कपटी, कपटपूर्ण

Αγγλικά → Ιαπωνικά - leer

προφορά
(形) (英国)からの; 空腹の
(動) 横目で見る; いやらしい目つきで見る
(名) 横目; うすら笑い; ガラス炉

Αγγλικά → Κορεατικά - leer

προφορά
명. 곁눈
동. 곁눈으로 흘겨보다

Αγγλικά → Βιετναμικά - leer

προφορά
n. cái nhìn, hiếu sắc
v. nhìn trộm

Γερμανικά → Κινεζικά - leer

προφορά
adj. adv. 空的。空闲的。没用过的。没有人的。空虚的。

Ισπανικά → Κορεατικά - leer

προφορά
v. 읽다


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: leering
Present: leer (3.person: leers)
Past: leered
Future: will leer
Present conditional: would leer
Present Perfect: have leered (3.person: has leered)
Past Perfect: had leered
Future Perfect: will have leered
Past conditional: would have leered
© dictionarist.com