Αγγλικά → Ελληνικά - lecture

προφορά
ουσ. διάλεξη, παράδοση, επίπληξη, νουθεσία, διδαχή
ρήμ. διδάσκω, επιπλήττω, δίδω διάλεξη

Αγγλικά → Αγγλικά - lecture

προφορά
n. discourse given before an audience (especially one that is instructive); tedious reprimand, formal reproof
v. deliver a discourse before an audience (especially one that is instructive); reprimand tediously, reprove formally
n. reading; interpretation, perusal

Αγγλικά → Γαλλικά - lecture

προφορά
n. conférence, cours; sermon, semonce, morale
v. faire une conférence, un cours; sermonner, faire la morale à

Αγγλικά → Γερμανικά - lecture

προφορά
n. Vortrag; Moralpredigt, Rüge
v. Vortrag halten; moralpredigen, rügen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - lecture

προφορά
n. kuliah, ceramah, kolese, pembacaan, lesing, omelan, kata-kata nasihat
v. memberi kuliah, mengkuliahkan, mengkuliahi, mengajarkan, menasihati, mengomeli

Αγγλικά → Ιταλικά - lecture

προφορά
s. conferenza, lezione; (fam) paternale, ramanzina, predicozzo
v. tenere una conferenza

Αγγλικά → Πολωνικά - lecture

προφορά
n. wykład, odczyt, prelekcja, referat
v. wykładać, wyłożyć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - lecture

προφορά
s. palestra, aula, classe; lição de moral, reprovação constante
v. palestrar, dar aula; dar lição de moral, reprovar constantemente

Αγγλικά → Ρουμανικά - lecture

προφορά
n. prelegere, curs, conferinţă, cuvântare, morală, mustrare, dojană
v. ţine o prelegere, ţine un curs, ţine o conferinţă, conferenţia în faţă, face morală

Αγγλικά → Ρωσικά - lecture

προφορά
с. доклад, лекция, нотация, наставление, нравоучение
г. читать лекцию, читать нотации, выговаривать, отчитывать

Αγγλικά → Ισπανικά - lecture

προφορά
s. discurso, conferencia, disertación, perorata; clase; sermón
v. dar una conferencia, discursar, disertar, sermonear

Αγγλικά → Τουρκικά - lecture

προφορά
f. konferans vermek, ders vermek, ders anlatmak, öğütler vermek, uyarmak, azarlamak
i. konferans, ders, uzun öğüt, uyarı, azar

Αγγλικά → Ουκρανικά - lecture

προφορά
n. лекція, лектура, нотація
v. лекція: читати лекцію, вичитувати, доповідати, повчати
a. лекційний

Γαλλικά → Αγγλικά - lecture

προφορά
(f) n. reading; interpretation, perusal

Αγγλικά → Ολλανδικά - lecture

προφορά
zn. lezing; de les gelezen; toespraak, berisping
ww. lezing houden; voordragen; de les lezen; langdurig berispen

Γαλλικά → Γερμανικά - lecture

προφορά
n. lektüre, lesung, lesen

Γαλλικά → Ιταλικά - lecture

προφορά
1. (à haute voix) lettura (f)
2. (livres) lettura (f)
3. (action) lettura (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - lecture

προφορά
1. (à haute voix) leitura (f)
2. (livres) leitura (f)
3. (action) leitura (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - lecture

προφορά
n. чтение (f), начитанность (f), прочтение (f), считывание (тех.) (f), отсчет (по шкале) (тех.) (f), показание (прибора) (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - lecture

προφορά
1. (à haute voix) lectura (f)
2. (livres) lectura (f)
3. (action) lectura (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - lecture

προφορά
[la] okuma; metin

Γαλλικά → Ολλανδικά - lecture

προφορά
1. (à haute voix) lezing (f); voorlezing (f)
2. (livres) lectuur (f); leesstof (m/f)
3. (action) lezen (n)

Αγγλικά → Αραβικά - lecture

προφορά
‏محاضرة، وعظ، درس‏
‏حاضر، وعظ، وبخ رسميا‏

Αγγλικά → Κινεζικά - lecture

προφορά
(名) 演讲, 教训, 谴责
(动) 讲演; 演讲; 说教; 训诫

Αγγλικά → Κινεζικά - lecture

προφορά
(名) 演講, 教訓, 譴責
(動) 講演; 演講; 說教; 訓誡

Αγγλικά → Χίντι - lecture

προφορά
n. व्याख्यान, उपदेश, फटकार, लेक्चर
v. व्याख्यान देना, व्याख्यान डाटना, भाषण देना, फटकारना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - lecture

προφορά
(動) 講義する; 説教する
(名) 講義; 説教

Αγγλικά → Κορεατικά - lecture

προφορά
명. 강의, 설교; 훈계, 잔소리
동. 강의하다, 강연하다; 훈계하다, 잔소리하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - lecture

προφορά
n. cuộc diển thuyết, bài học
v. khiển trách, la rầy


Χρονοι ρηματων

Present participle: lecturing
Present: lecture (3.person: lectures)
Past: lectured
Future: will lecture
Present conditional: would lecture
Present Perfect: have lectured (3.person: has lectured)
Past Perfect: had lectured
Future Perfect: will have lectured
Past conditional: would have lectured
© dictionarist.com