Ισπανικά → Αγγλικά - lección

προφορά
n. lesson; class; lection, section of Scripture read during a church service

Ισπανικά → Γερμανικά - lección

προφορά
n. lesen, vorlesung, lesung, lektion, lehre, pensum, unterricht, stunde, unterrichtsstunde, schulstunde, aufgabe, denkzettel

Ισπανικά → Ρωσικά - lección

προφορά
n. урок, лекция

Ισπανικά → Κορεατικά - lección

προφορά
n. 수업, 학과


dictionary extension
© dictionarist.com