Γερμανικά → Αγγλικά - lebewesen

προφορά
(das) n. creature, living being, something created

Γερμανικά → Γαλλικά - lebewesen

προφορά
n. vivant: être vivant (m), être (m), organisme (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - lebewesen

προφορά
n. vivente: essere vivente (m), organismo (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - lebewesen

προφορά
n. живой: живое существо (n)

Γερμανικά → Ισπανικά - lebewesen

προφορά
n. viviente: ser viviente (m), organismo viviente (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - lebewesen

προφορά
i. organizma (n), canlı varlık (n)

Γερμανικά → Ολλανδικά - lebewesen

προφορά
levendwezen

Γερμανικά → Κινεζικά - lebewesen

προφορά
[das]生物


© dictionarist.com