Γερμανικά → Αγγλικά - lebensziel

προφορά
(das) n. aim in life, purpose for living; life goal

Γερμανικά → Γαλλικά - lebensziel

προφορά
n. but dans l'existence (m), objectif dans la vie (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - lebensziel

προφορά
n. цель жизни (n)

Γερμανικά → Ισπανικά - lebensziel

προφορά
n. objeto de la vida (m), finalidad de la existencia (f)


© dictionarist.com