Γερμανικά → Αγγλικά - lebensweisheit

προφορά
(die) n. street wisdom, knowledge gained from experience as opposed to knowledge gained from education

Γερμανικά → Γαλλικά - lebensweisheit

προφορά
n. sagesse que confère la vie (f), sagesse (f), adage (m)

Γερμανικά → Ισπανικά - lebensweisheit

προφορά
n. filosofía práctica (f)

Γερμανικά → Κινεζικά - lebensweisheit

προφορά
[die]生存智慧。格言。学校教育外的知识和经验。


© dictionarist.com