Γερμανικά → Αγγλικά - lebensweise

προφορά
(die) n. way of life, lifestyle, manner of living

Γερμανικά → Γαλλικά - lebensweise

προφορά
n. vie (f), mode de vie (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - lebensweise

προφορά
n. vivere: modo di vivere (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - lebensweise

προφορά
n. образ жизни (n)

Γερμανικά → Ισπανικά - lebensweise

προφορά
n. vivir: modo de vivir (m), régimen (m), vida: género de vida (m), vivienda (f), vivir (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - lebensweise

προφορά
i. yaşayış tarzı (n)

Γερμανικά → Ολλανδικά - lebensweise

προφορά
samenleving

Γερμανικά → Κινεζικά - lebensweise

προφορά
[die] pl.Lebensweisen 生活方式。


© dictionarist.com