Γερμανικά → Αγγλικά - lebenswahr

προφορά
adj. lifelike

Γερμανικά → Ιταλικά - lebenswahr

προφορά
adj. realistico, vivo

Γερμανικά → Ρωσικά - lebenswahr

προφορά
adj. жизнь: как в жизни, живой: как живой

Γερμανικά → Ισπανικά - lebenswahr

προφορά
adj. realista, tomado de la vida real

Γερμανικά → Ολλανδικά - lebenswahr

προφορά
alsof het leeft


© dictionarist.com