Αγγλικά → Ελληνικά - largo

προφορά
επίρ. βραδύς, αργά

Αγγλικά → Αγγλικά - largo

προφορά
n. musical passage played slowly and solemnly (Music)
adj. slow, dignified, solemn (Music)
n. largo, musical passage played slowly and solemnly (Music)

Αγγλικά → Γαλλικά - largo

προφορά
n. largo (en musique: passage lent et ample)
adj. lent, large, par respect (en musique)

Αγγλικά → Γερμανικά - largo

προφορά
n. Largo (Musik- gemächlicher Teil)
adj. largo, breit, sehr langsam (mus.)

Αγγλικά → Ιταλικά - largo

προφορά
s. largo
agg. (Mus) largo

Αγγλικά → Πολωνικά - largo

προφορά
n. largo

Αγγλικά → Πορτογαλικά - largo

προφορά
s. largo, trecho musical em movimento lento (Música)
adj. lento, largo (música)

Αγγλικά → Ρωσικά - largo

προφορά
ларго

Αγγλικά → Ισπανικά - largo

προφορά
s. largo (movimiento pausado o lento en música)
adj. largo (Mús. - movimiento lento

Αγγλικά → Τουρκικά - largo

προφορά
zf. yavaş, largo, yavaş çalınan parça

Αγγλικά → Ουκρανικά - largo

προφορά
a. повільний: дуже повільний

Γαλλικά → Αγγλικά - largo

προφορά
(m) n. largo, musical passage played slowly and solemnly (Music)

Γερμανικά → Αγγλικά - largo

προφορά
adj. slow, dignified, solemn (Music)

Ιταλικά → Αγγλικά - largo

προφορά
adj. broad, wide, large, extensive, deep, loose, loose fitting, largo

Πολωνικά → Αγγλικά - largo

n. largo

Πορτογαλικά → Αγγλικά - largo

προφορά
adj. ample, broad, bagging, large, baoov

Ισπανικά → Αγγλικά - largo

προφορά
adj. long, long-running, great, lengthy, dilatorv

Τουρκικά → Αγγλικά - largo

n. musical passage played slowly and solemnly (Music)
adj. slow, dignified, solemn (Music)
n. largo, musical passage played slowly and solemnly (Music)

Ολλανδικά → Αγγλικά - largo

προφορά
n. largo

Αγγλικά → Ολλανδικά - largo

προφορά
zn. largo gedeelte (in muziekuitvoering-langzaam gedeelte)
bn. langzaam, zegt-eerbied (in muziek)

Γαλλικά → Γερμανικά - largo

προφορά
n. largo

Γαλλικά → Ιταλικά - largo

προφορά
(musique) largo

Γαλλικά → Πορτογαλικά - largo

προφορά
(musique) largo

Γαλλικά → Ρωσικά - largo

προφορά
n. ларго (муз.) (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - largo

προφορά
(musique) largo

Γερμανικά → Γαλλικά - largo

προφορά
n. largo (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - largo

προφορά
adv. ларго

Γερμανικά → Ισπανικά - largo

προφορά
n. largo (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - largo

προφορά
z. ağır ve yavaş

Ιταλικά → Γαλλικά - largo

προφορά
1. (generale) grand 2. (dimensione) large; grand; gros; énorme
3. (misure - pesi) large 4. (abbigliamento) ample
5. (nautico) large (m) 6. (musica) largo

Ιταλικά → Γερμανικά - largo

προφορά
adj. breit, weit, ausladend

Πορτογαλικά → Γαλλικά - largo

προφορά
1. (geral) mal fixé 2. (mudança) radical; fondamental; considérable; lourd de conséquences 3. (tamanho) large
4. (medidas - pesos) large 5. (vestimenta) ample 6. (folgado) trop ample; flottant; bouffant
7. (música) largo

Ισπανικά → Γαλλικά - largo

προφορά
1. (general) long
2. (vestuario) long
3. (tamaño) longueur (f) 4. (música) largo

Ισπανικά → Γερμανικά - largo

προφορά
n. länge, largo
a. lang, weit, ausführlich, weitläufig, langwierig, zeitraubend, reichlich, groß

Ισπανικά → Ρωσικά - largo

προφορά
n. длина,
adj. длинный,
adv. долго

Τουρκικά → Ρωσικά - largo

adv. ларго

Ολλανδικά → Γαλλικά - largo

προφορά
(muziek) largo

Γαλλικά → Ολλανδικά - largo

προφορά
(musique) largo

Αγγλικά → Αραβικά - largo

προφορά
‏الأرغو، حركة ريثاء‏

Αγγλικά → Κινεζικά - largo

προφορά
(名) 缓慢曲; 最缓板
(形) 缓慢的

Αγγλικά → Κινεζικά - largo

προφορά
(名) 緩慢曲; 最緩板
(形) 緩慢的

Αγγλικά → Χίντι - largo

προφορά
n. लार्गो

Αγγλικά → Ιαπωνικά - largo

προφορά
(形) ラルゴの, ゆっくりした(音楽)
(名) ラルゴの楽章(音楽)

Αγγλικά → Κορεατικά - largo

προφορά
명. 라르고, 라르고의 악장

Αγγλικά → Βιετναμικά - largo

προφορά
a. rất chậm

Ισπανικά → Κορεατικά - largo

προφορά
n. 길이
adj. 긴
adv. 길게


dictionary extension
© dictionarist.com