Αγγλικά → Ελληνικά - lane

προφορά
ουσ. δρομίσκος, εξοχικός δρόμος, λουρίδα δρόμου, μονοπάτι
επίθ. στενωπός

Αγγλικά → Αγγλικά - lane

προφορά
n. alley, narrow passageway between buildings (or walls, etc.); narrow road; course or track which has clear boundaries on either side (as on a highway, racetrack, etc.); set route followed by planes or ships
n. wool, fleece from some animals; thread made from wool

Αγγλικά → Γαλλικά - lane

προφορά
n. voie, ruelle, chemin, trajet

Αγγλικά → Γερμανικά - lane

προφορά
n. Weg; Gasse; Sträßchen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - lane

προφορά
n. jalan kecil, jalan pedesaan, jalan simpangan, lorong, gang, jalur

Αγγλικά → Ιταλικά - lane

προφορά
s. sentiero, viottolo; vicolo, viuzza; passaggio stretto, strettoia; (Mar, Aer) rotta; (Strad, Sport) corsia

Αγγλικά → Πολωνικά - lane

προφορά
n. dróżka, aleja, alejka, opłotek, pas ruchu, tor

Αγγλικά → Πορτογαλικά - lane

προφορά
s. viela, beco, travessa, quelha

Αγγλικά → Ρουμανικά - lane

προφορά
n. alee, cărare, străduţă, stradelă, stradă îngustă, culoar, trecere, coridor, drum navigabil

Αγγλικά → Ρωσικά - lane

προφορά
с. дорожка, тропинка, узкая дорога,; беговая дорожка, дорожка для плавания; узкая улочка, переулок; проход, ряд, полоса; полоса дороги, ряд движения машин; морской путь

Αγγλικά → Ισπανικά - lane

προφορά
s. senda, pasadizo, pasaje, vereda; carril, vía; callejuela, callejón

Αγγλικά → Τουρκικά - lane

προφορά
i. patika, keçi yolu, dar yol, rota, yol şeridi, şerit, kulvar

Αγγλικά → Ουκρανικά - lane

προφορά
n. стежка, провулок, прохід, доріжка

Αγγλικά → Ολλανδικά - lane

προφορά
zn. landweg, landweggetje; rijbaan; vaargeul

Αγγλικά → Αραβικά - lane

προφορά
‏ممر، زقاق، مجاز ضيق نسبيا، طريق، صف‏

Αγγλικά → Κινεζικά - lane

προφορά
(名) 小路; 车道, 线道; 巷, 弄; 跑道

Αγγλικά → Κινεζικά - lane

προφορά
(名) 小路; 車道, 線道; 巷, 弄; 跑道

Αγγλικά → Χίντι - lane

προφορά
n. संकरी सली, गली, कूचा, एक प्रकार के यातायात हेतु निदिर्श्ट पथ

Αγγλικά → Ιαπωνικά - lane

προφορά
(名) 小道; 狭い道; 横町; 通路; 車線

Αγγλικά → Κορεατικά - lane

προφορά
명. 좁은길, 좁은 통로; 골목 길; 차선, 코스; 규정항로

Αγγλικά → Βιετναμικά - lane

προφορά
n. đường hàng thẳng, hương lộ, đường nhỏ hai bên có hàng rào, đường hẻm, đường nhỏ, đường dành riêng cho người đi bộ, đường có lằn vôi làm ranh giới, đường nhứt định của tàu chạy, sự sắp hàng theo hàng thẳng, đường đi giữa hai người


dictionary extension
© dictionarist.com