Αγγλικά → Ελληνικά - lance

προφορά
ουσ. λόγχη
ρήμ. κόβω με νυστέρι, τρυπώ, λογχίζω

Αγγλικά → Αγγλικά - lance

προφορά
n. steel-tipped wooden spear carried by knights and cavalry soldiers; sharp pointed tool which resembles a lance (i.e. harpoon)
v. cut with a lancet, cut open with a scalpel; pierce with a lance
n. spear, lance, hose

Αγγλικά → Γαλλικά - lance

προφορά
n. lance; javelot; harpon; lancette
v. percer d'une lancette, d'un scalpel; ouvrir à l'aide d'une lancette, d'un scalpel; percer d'un coup de lance, de javelot

Αγγλικά → Γερμανικά - lance

προφορά
n. Lanze; Stoßharpune; Sprührohr; Lanzette (Medizin)
v. mit der Lanzette durchbohren; mit der Lanzette öffnen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - lance

προφορά
n. lembing, tombak
v. menusuk, memotong dgn pisau pembedah, membuka, membedel

Αγγλικά → Ιταλικά - lance

προφορά
s. (Mil; ant) lancia, asta; lanciere; (Chir) lancetta
v. (Chir) incidere, tagliare con la lancetta; trafiggere con una lancia; lanciare, scagliare

Αγγλικά → Πολωνικά - lance

προφορά
n. kopia, lanca, pika, lancet
v. lanca: przebić lancą, przeciąć, przecinać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - lance

προφορά
s. flecha; lança; arpão; lanceta, bisturí
v. lancetar

Αγγλικά → Ρουμανικά - lance

προφορά
n. lance, suliţă
v. străpunge cu lancea, deschide cu lanţetă

Αγγλικά → Ρωσικά - lance

προφορά
с. копье, острога, ланцет
г. пронзать пикой, пронзать копьем, бросаться в атаку, вскрывать ланцетом

Αγγλικά → Ισπανικά - lance

προφορά
s. lanza, asta, rejón
v. lancear, abrir con lanceta, alancear

Αγγλικά → Τουρκικά - lance

προφορά
f. mızraklamak, neşterle kesmek
i. mızrak, zıpkın, mızraklı süvari, neşter

Αγγλικά → Ουκρανικά - lance

προφορά
n. спис, піка, ланцет
v. спис: проколювати списом, ланцет: розрізувати ланцетом, вирізати

Γαλλικά → Αγγλικά - lance

προφορά
(f) n. spear, lance, hose

Ιταλικά → Αγγλικά - lance

προφορά
[lancia] n. lifeboat, jolly boat, ship's boat; lance, spear, launch; nozzle, dinghy, harpoon

Πορτογαλικά → Αγγλικά - lance

προφορά
n. throw, cast, shot, hurl, move, shy

Ρουμανικά → Αγγλικά - lance

n. dart, javelin, spear, lance, pike

Ισπανικά → Αγγλικά - lance

προφορά
n. throw, cast; incident, affair

Αγγλικά → Ολλανδικά - lance

προφορά
zn. lans; speer; harpoen; scalp
ww. met een lans doorsteken; (met een lancet) dóórsteken of openen; werpen

Γαλλικά → Γερμανικά - lance

προφορά
n. lanze, schlauch

Γαλλικά → Ιταλικά - lance

προφορά
1. (tuyau) cipolla (f)
2. (armes légères) lancia (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - lance

προφορά
1. (tuyau) bocal (m)
2. (armes légères) lança (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - lance

προφορά
n. копье (f), пика (f), ланцет (хир.) (f), передовой отряд (воен.) (f), наконечник (металлический) (тех.) (f), насадка (тех.) (f), фурма (тех.) (f), трубка подающая (тех.) (f), сопло (тех.) (f), гидромонитор (тех.) (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - lance

προφορά
1. (tuyau) alcachofa (f)
2. (armes légères) lanza (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - lance

προφορά
[la] kargı, mızrak; hortum

Πορτογαλικά → Γαλλικά - lance

προφορά
(escada) escalier (m); volée d'escalier

Ισπανικά → Γερμανικά - lance

προφορά
n. werfen, auswerfen, wurf, reihe, serie, vorfall, vorkommnis, zufall, abenteuer, zusammenstoß, streit

Ισπανικά → Ρωσικά - lance

προφορά
n. метание, случай

Γαλλικά → Ολλανδικά - lance

προφορά
1. (tuyau) sproeidop (m); sproeier (m); sproeikop (m); broes (m/f)
2. (armes légères) speer (m/f); lans (m/f)

Αγγλικά → Αραβικά - lance

προφορά
‏رمح، مشرط، حربة‏
‏رمى‏

Αγγλικά → Κινεζικά - lance

προφορά
(名) 标枪; 矛状器具; 长矛
(动) 用矛刺穿; 用柳叶刀割开

Αγγλικά → Κινεζικά - lance

προφορά
(名) 標槍; 矛狀器具; 長矛
(動) 用矛刺穿; 用柳葉刀割開

Αγγλικά → Χίντι - lance

προφορά
n. बरछा, बल्लम, शूल
v. चुभाना, भाला भोंकना, नश्तर लगाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - lance

προφορά
(名) やり; 槍騎兵; やす
(動) ランセットで切開する; 槍でつきさす

Αγγλικά → Κορεατικά - lance

προφορά
명. 창과 창기병; 창처럼 끝이 뾰족한 도구

Αγγλικά → Βιετναμικά - lance

προφορά
n. giáo, thương, cây thương, cây lao, cái độc móc để đánh cá voi
v. mổ bằng dao mổ, đâm bằng thương

Γερμανικά → Κινεζικά - lance

προφορά
兰斯。男子名。

Ισπανικά → Κορεατικά - lance

προφορά
n. 던지기, 사건, 일


Χρονοι ρηματων

Present participle: lancing
Present: lance (3.person: lances)
Past: lanced
Future: will lance
Present conditional: would lance
Present Perfect: have lanced (3.person: has lanced)
Past Perfect: had lanced
Future Perfect: will have lanced
Past conditional: would have lanced
© dictionarist.com