Πορτογαλικά → Αγγλικά - lúcido

προφορά
adj. limpid, clearheaded; perspicacious; lucid, pellucid

Ισπανικά → Αγγλικά - lúcido

προφορά
[lucido] adj. splendid, magnificent, elegant, gallant

Πορτογαλικά → Γαλλικά - lúcido

προφορά
1. (explanação) lucide; clair
2. (pessoa) perspicace; lucide; avisé; sagace

Ισπανικά → Γαλλικά - lúcido

προφορά
1. (explicación) lucide; clair
2. (persona) perspicace; lucide; avisé; sagace; ingénieux

Ισπανικά → Γερμανικά - lúcido

προφορά
a. licht, klar


dictionary extension
© dictionarist.com