Γερμανικά → Αγγλικά - kochend

προφορά
adj. boiling, of the temperature at which a liquid becomes a gas; seething, bubbling, raging

Γερμανικά → Γαλλικά - kochend

προφορά
adj. bouillant

Γερμανικά → Ιταλικά - kochend

προφορά
adj. bollente

Γερμανικά → Ισπανικά - kochend

προφορά
adj. ebullición: en ebullición, hirviendo, hirviente, guisador, guisandero

Γερμανικά → Ολλανδικά - kochend

προφορά
kokend

Γερμανικά → Κινεζικά - kochend

προφορά
adj. 沸腾的。


© dictionarist.com