Αγγλικά → Ελληνικά - knockout

προφορά
(Lex). βύσμα

Αγγλικά → Αγγλικά - knockout

προφορά
n. act of incapacitating an opponent (Boxing); knockout blow (Boxing); great success; attractive woman (Slang); tranquilizing drug (Slang)
adj. stunning, amazing, impressive
n. (new spell.=Knock-out) act of incapacitating an opponent, knockout blow (Boxing); knockout, lowering of prices

Αγγλικά → Γαλλικά - knockout

προφορά
n. coup de grâce, knock-out (boxe); réussite magnifique; belle fille (argot); soporifique (argot)
adj. éliminé (dans un tournoi de boxe); formidable; épatant; impressionnant

Αγγλικά → Γερμανικά - knockout

προφορά
n. Knockout (beim Boxen usw.); Riesenerfolg; schönes Mädchen (Slang); Beruhigungsdroge (Slang)
adj. niedergeschlagen; ausgeschieden

Αγγλικά → Ινδονησιακά - knockout

προφορά
n. pukulan knockout, barang yg mempesonakan, barang yg menyolok, mempesonakan: orang yg mempesonakan, menyolok: orang yg menyolok

Αγγλικά → Ιταλικά - knockout

προφορά
s. knockout (nella boxe); successo sorprendente; bella ragazza (slang); droga sonnifera (slang)
agg. messa fuori combattimento, KO (pugilato)

Αγγλικά → Πολωνικά - knockout

προφορά
n. nokaut, bycza rzecz
a. bezkonkurencyjny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - knockout

προφορά
s. nocaute (em luta de boxe); sucesso repentino; moça bonita (gír.); droga que causa sonolência (gír.)
adj. chocante; impressionante

Αγγλικά → Ρωσικά - knockout

προφορά
прил. сильный, сшибающий с ног

Αγγλικά → Ισπανικά - knockout

προφορά
s. knock out, fuera de combate (en boxeo); triunfo increíble; mujer hermosa (dilecto); droga adormecedora (dilecto)
adj. maravilla

Αγγλικά → Τουρκικά - knockout

προφορά
i. nakavt, büyük darbe, afet, çok çekici kimse
s. nakavt, zarar verici, yıkıcı, uyuşturucu, sersemletici

Αγγλικά → Ουκρανικά - knockout

προφορά
n. нокаут, поразка, незвичайний: незвичайна річ

Γερμανικά → Αγγλικά - knockout

προφορά
n. act of incapacitating an opponent (Boxing); knockout blow (Boxing); great success; attractive woman (Slang); tranquilizing drug (Slang)

Ιταλικά → Αγγλικά - knockout

προφορά
n. knockdown, knockout (Boxe)

Αγγλικά → Ολλανδικά - knockout

προφορά
zn. knockout (bij het boxen); groot succes; een mooie meid (slang); verdovend middel
bn. verbluffende gebeurtenis; indrukwekkend

Γερμανικά → Γαλλικά - knockout

προφορά
n. knock-out (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - knockout

προφορά
n. knockout (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - knockout

προφορά
n. нокаут (m)

Γερμανικά → Ισπανικά - knockout

προφορά
n. knock-out (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - knockout

προφορά
i. nakavt (m)

Ιταλικά → Γερμανικά - knockout

προφορά
n. knockout

Αγγλικά → Αραβικά - knockout

προφορά
‏ضربة قاضية، الضربة القاضية‏

Αγγλικά → Κινεζικά - knockout

προφορά
(名) 击倒; 淘汰赛; 判败击倒; 给人留下深刻印象的人
(形) 击倒对手的; 给人深刻印象的; 淘汰的

Αγγλικά → Κινεζικά - knockout

προφορά
(名) 擊倒; 淘汰賽; 判敗擊倒; 給人留下深刻印象的人
(形) 擊倒對手的; 給人深刻印象的; 淘汰的

Αγγλικά → Ιαπωνικά - knockout

προφορά
(名) ノックアウト, 相手を打ちのめすこと(ボクシング); 大打撃; 魅力的な女性(俗語); 鎮静剤(俗語)
(形) ノックアウトさせるほどの; 強烈な; 意識を失わせる

Αγγλικά → Κορεατικά - knockout

προφορά
명. 녹아웃, 상대에게 펀치를 가해 승리를 얻는 것 ( 권투); 대성공; 매력적인 여성( 속어); 진정제 ( 속어)
형. 맹렬한, 인상적인, 놀라운

Αγγλικά → Βιετναμικά - knockout

προφορά
n. người kỳ dị, vật kỳ lạ, vật kỳ dị, cuộc đấu vòng loại, sự đổi chác đồ củ
a. làm chết hẳn, tối hậu, đòn tối hậu


dictionary extension
© dictionarist.com