Αγγλικά → Ελληνικά - knight

προφορά
ουσ. ιππότης, άλογο σκάκιου

Αγγλικά → Αγγλικά - knight

προφορά
n. medieval warrior; man who holds an honorary nonhereditary rank; chess piece shaped like a horse's head
v. make a man a knight, give a man an honorary nonhereditary rank (in Britain and other countries)

Αγγλικά → Γαλλικά - knight

προφορά
n. chevalier; noble
v. adouber

Αγγλικά → Γερμανικά - knight

προφορά
n. Ritter; Ehrenadelstitel; (Schachspiel) Springer, Pferd, Rössel
v. in den Ritterstand eintreten

Αγγλικά → Ινδονησιακά - knight

προφορά
n. kesatria, ksatria, bahadur, kuda
v. memberi gelar bangsawan

Αγγλικά → Ιταλικά - knight

προφορά
s. (Mediev, Stor; rom) cavaliere; cavallo; campione, difensore
v. fare cavaliere

Αγγλικά → Πολωνικά - knight

προφορά
n. rycerz, kawaler orderu, skoczek w szachach
v. tytuł: nadać tytuł szlachecki, pasować

Αγγλικά → Πορτογαλικά - knight

προφορά
s. cavaleiro; nobre
v. nomear título de coragem

Αγγλικά → Ρουμανικά - knight

προφορά
n. cavaler, cal
v. face cavaler

Αγγλικά → Ρωσικά - knight

προφορά
с. рыцарь, витязь, всадник, конь [шахм.]
г. возводить в рыцарское достоинство, давать звание рыцаря

Αγγλικά → Ισπανικά - knight

προφορά
s. caballero, maestrante; caballo
v. armar caballero

Αγγλικά → Τουρκικά - knight

προφορά
f. şövalye nişanı vermek
i. şövalye, silâhşör, at (satranç), kendini adayan kimse

Αγγλικά → Ουκρανικά - knight

προφορά
n. лицар, благородний: благородна людина, рицар
v. лицар: посвящати в лицарі

Αγγλικά → Ολλανδικά - knight

προφορά
zn. ridder; ruiter; paard (in schaken); edel
ww. tot ridder slaan, in de adelstand verheffen

Αγγλικά → Αραβικά - knight

προφορά
‏فارس، منح رتبة نبيل، الفرس‏

Αγγλικά → Κινεζικά - knight

προφορά
(名) 骑士; 武士; 爵士
(动) 授以爵位

Αγγλικά → Κινεζικά - knight

προφορά
(名) 騎士; 武士; 爵士
(動) 授以爵位

Αγγλικά → Χίντι - knight

προφορά
n. योद्धा, शूरवीर, अंग्रेजी सर की उपाधि, शतरंज के खेल में वजीर
v. नाइट की पदवी देना, नाइट की उपाधि देना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - knight

προφορά
(名) 騎士; ナイト爵; ナイト
(動) ナイト爵を授ける(英国や他の国で)

Αγγλικά → Κορεατικά - knight

προφορά
명. 중세 기사; 명예로운 답습되지 않는 지위를 갖고 있는 사람; 말머리 모양을 한 치즈조각
동. 기사 작위를 수여하다 (영국과 다른 나라에서)

Αγγλικά → Βιετναμικά - knight

προφορά
n. hiệp sĩ, người gian hùng, người chế thuốc, bào chế sư, người đi chào hàng, người đi lang thang


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: knighting
Present: knight (3.person: knights)
Past: knighted
Future: will knight
Present conditional: would knight
Present Perfect: have knighted (3.person: has knighted)
Past Perfect: had knighted
Future Perfect: will have knighted
Past conditional: would have knighted
© dictionarist.com