Πορτογαλικά → Αγγλικά - justificado

προφορά
adj. justified, righteous; justifiable

Ισπανικά → Αγγλικά - justificado

προφορά
adj. justified, substantiated; righteous

Πορτογαλικά → Γαλλικά - justificado

προφορά
1. (geral) justifié
2. (decisão) justifié

Ισπανικά → Γαλλικά - justificado

προφορά
1. (general) justifié
2. (decisión) justifié

Ισπανικά → Γερμανικά - justificado

προφορά
a. gerechtfertigt, berechtigt, begründet

Ισπανικά → Ρωσικά - justificado

προφορά
adj. оправданный

Ισπανικά → Κορεατικά - justificado

προφορά
adj. 무죄 선고한, 정당한, 참된


dictionary extension
© dictionarist.com