Ισπανικά → Αγγλικά - juicio

προφορά
[juicio (m)] n. judgment, act of judging; forming of an opinion; ability to judge, good sense; trial

Ισπανικά → Γαλλικά - juicio

προφορά
1. (general) santé d'esprit; discernement (m); bon sens (m) 2. (facultad mental) jugement (m)
3. (inteligencia) raison (f) 4. (general) bon sens (m); sens commun; jugement (m)
5. (crítica) jugement (m) 6. (derecho) cause (f); affaire (f); procès (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - juicio

προφορά
n. urteilskraft, urteilsvermögen, urteilsfähigkeit, vernunft, verstand, einsicht, urteil, beurteilung, erachten, ermessen, verhandlung, prozess

Ισπανικά → Ρωσικά - juicio

προφορά
n. суждение, отзыв, рассудок

Ισπανικά → Κορεατικά - juicio

προφορά
n. 의견, 정신, 심판


dictionary extension
© dictionarist.com