Γαλλικά → Αγγλικά - judaico

προφορά
pref. The Joint Authority for Jewish-Zionist Education, sub-set of the Jewish Agency

Πορτογαλικά → Αγγλικά - judaico

προφορά
adj. Jewish, Judaic

Ισπανικά → Αγγλικά - judaico

προφορά
adj. Judaic, Jewish, of or pertaining to Judaism; of or pertaining to the Jewish people

Πορτογαλικά → Γαλλικά - judaico

προφορά
(geral) juif

Ισπανικά → Γερμανικά - judaico

προφορά
a. jüdisch


© dictionarist.com