Πορτογαλικά → Αγγλικά - jubiloso

προφορά
adj. joyous, jubilant; mirthful, triumphant

Ισπανικά → Αγγλικά - jubiloso

προφορά
adj. jubilant, joyful, rejoicing

Πορτογαλικά → Γαλλικά - jubiloso

προφορά
1. (condição mental) comblé de joie; ravi
2. (animado) ragaillardi; ranimé

Ισπανικά → Γαλλικά - jubiloso

προφορά
1. (alegría) jubilant; exultant
2. (estado mental) comblé de joie; ravi

Ισπανικά → Γερμανικά - jubiloso

προφορά
a. jubelnd

Ισπανικά → Ρωσικά - jubiloso

προφορά
adj. веселый, радостный

Ισπανικά → Κορεατικά - jubiloso

προφορά
adj. 기쁜, 즐거운


© dictionarist.com