Γερμανικά → Αγγλικά - jubilar

προφορά
(der) n. person celebrating an anniversary

Πορτογαλικά → Αγγλικά - jubilar

προφορά
v. jubilate, celebrate

Ισπανικά → Αγγλικά - jubilar

προφορά
[jubilar] v. jubilate, rejoice; superannuate, retire

Γερμανικά → Ισπανικά - jubilar

προφορά
n. homenajeado (m)

Ισπανικά → Γαλλικά - jubilar

προφορά
(empleo) mettre à la retraite

Ισπανικά → Γερμανικά - jubilar

προφορά
v. pensionieren, emeritieren, ruhestand: in den ruhestand versetzen, jubilieren, frohlocken, juchzen

Ισπανικά → Ρωσικά - jubilar

προφορά
adj. юбилейный

Γερμανικά → Ολλανδικά - jubilar

προφορά
se 1. aftreden, met pensioen gaan

Γερμανικά → Κινεζικά - jubilar

προφορά
[der] -e (庆祝周年纪念日时)受庆贺者

Ισπανικά → Κορεατικά - jubilar

προφορά
v. 매우 기뻐하다
adj. 환회의


© dictionarist.com