Πορτογαλικά → Αγγλικά - jubilado

προφορά
adj. retired

Ισπανικά → Αγγλικά - jubilado

προφορά
adj. superannuated, retired

Ισπανικά → Γαλλικά - jubilado

προφορά
1. (empleo) retraité; à la retraite; en retraite; pensionné
2. (jubilación - hombre) homme du troisième âge; homme d'un certain âge
3. (hombre) personne âgée; personne du troisième âge

Ισπανικά → Γερμανικά - jubilado

προφορά
n. pensionär, ruhegehaltsempfänger
a. dienst: außer dienst, pensioniert, ausgedient, ruhestand: im ruhestand, inaktiv

Ισπανικά → Ρωσικά - jubilado

προφορά
n. пенсионер,
adj. отставной

Ισπανικά → Κορεατικά - jubilado

προφορά
n. 퇴직자
adj. 퇴직한


© dictionarist.com