Αγγλικά → Ελληνικά - jostle

προφορά
ουσ. σπρώξιμο, ώθηση
ρήμ. σπρώχνω δυνατά, σπρώχνω, παραγκωνίζω

Αγγλικά → Αγγλικά - jostle

προφορά
n. act of pushing or shoving; push, shove, bump
v. push, shove, bump; compete with; be crowded, be squeezed together

Αγγλικά → Γαλλικά - jostle

προφορά
n. bousculade, poussée; impulsion; rejet; refoulement; rencontre
v. pousser; coudoyer; bousculer; rejeter; refouler; rencontrer; gêner

Αγγλικά → Γερμανικά - jostle

προφορά
n. Gedränge, Drängelei
v. drängeln, aneinanderstoßen; behindern; stören

Αγγλικά → Ινδονησιακά - jostle

προφορά
v. mendorong, mendesak, mendorongkan, berdesak-desakan, berdesakan

Αγγλικά → Ιταλικά - jostle

προφορά
s. urto, spinta, spintone
v. spingere, dare spinte a

Αγγλικά → Πολωνικά - jostle

προφορά
v. przepchać się, popchnąć, szturchać, poszturchać, potarmosić, trącać, potrącać, szturchnąć, poszturchiwać, potrącić

Αγγλικά → Πορτογαλικά - jostle

προφορά
s. empurrão, acotovelada; o ato de passar empurrando; tropeção
v. tropeçar; empurrar; passar empurrando; acotovelar; atrapalhar

Αγγλικά → Ρουμανικά - jostle

προφορά
n. ciocnire
v. împinge, înghesui, înghionti, împinge: se împinge, înghesui: se înghesui, înghionti: se înghionti

Αγγλικά → Ρωσικά - jostle

προφορά
с. толчок, столкновение, толкотня, давка
г. толкать, теснить

Αγγλικά → Ισπανικά - jostle

προφορά
s. empellón, empujón
v. dar empujones, dar empellones, empellar, rempujar

Αγγλικά → Τουρκικά - jostle

προφορά
f. itişmek, itip kakmak, dürtüklemek, sürtünmek
i. itip kakma, dürtükleme

Αγγλικά → Ουκρανικά - jostle

προφορά
n. сутичка, штовханина
v. штовхати, товпитися, стикатися, штовхатися

Αγγλικά → Ολλανδικά - jostle

προφορά
zn. duw, stoot (uit de weg-); het verdringen
ww. duwen, stoten (uit de weg-); verdringen

Αγγλικά → Αραβικά - jostle

προφορά
‏تصادم‏
‏دفع، تدافع، إحتك، إصطدم، شق طريقه، إحتشد، تنافس، تزاحم، حرك، أثار‏

Αγγλικά → Κινεζικά - jostle

προφορά
(名) 推挤, 冲撞
(动) 推挤, 冲撞; 推, 煽动, 挤

Αγγλικά → Κινεζικά - jostle

προφορά
(名) 推擠, 衝撞
(動) 推擠, 衝撞; 推, 煽動, 擠

Αγγλικά → Χίντι - jostle

προφορά
n. धक्रका, झटका, धक्रकमधक्रका
v. धक्रका देना, ढकेलना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - jostle

προφορά
(動) 押す; 競う; ゆすぶる; …と親しく接する; 突く
(名) 押し合い

Αγγλικά → Κορεατικά - jostle

προφορά
명. 서로 밀치기; 밀기, 찌르기
동. 밀다; 경쟁하다; 서로 밀치다

Αγγλικά → Βιετναμικά - jostle

προφορά
n. chen lấn, hích khuỷ tay, sự chen lấn, sự hích nhau, sự xô đẩy, xô đẩy, đẩy, động từ


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: jostling
Present: jostle (3.person: jostles)
Past: jostled
Future: will jostle
Present conditional: would jostle
Present Perfect: have jostled (3.person: has jostled)
Past Perfect: had jostled
Future Perfect: will have jostled
Past conditional: would have jostled
© dictionarist.com