Αγγλικά → Ελληνικά - jolt

προφορά
ουσ. ξάφνιασμα, τίναγμα, τράνταγμα
ρήμ. τραντάζω, τινάσσω, τινάσσομαι

Αγγλικά → Αγγλικά - jolt

προφορά
n. sudden blow; movement caused by a sudden blow; mental shock
v. shove, push forcefully; jar, shake; shock mentally; hit, stun with a forceful blow; rudely interfere, interrupt; move jerkily

Αγγλικά → Γαλλικά - jolt

προφορά
n. cahot; secousse; heurt; choc; ébranlement
v. secouer, ballotter; balancer, osciller; ébranler, faire sauter; pousser

Αγγλικά → Γερμανικά - jolt

προφορά
n. Stoß; Ruck; Schock; Schreck; Überraschung
v. rütteln, stoßen; holpern; erschüttern

Αγγλικά → Ινδονησιακά - jolt

προφορά
n. sentakan, goncangan, kegoncangan, pukulan, gugat
v. menggoyangkan, menggoncang, tergoyang-goyang, tergoncang-goncang, bergoncang

Αγγλικά → Ιταλικά - jolt

προφορά
s. balzo, sbalzo, sobbalzo, scossone; (fig) colpo, shock
v. far sobbalzare, scuotere, sballottare; (fig) sconvolgere, turbare

Αγγλικά → Πολωνικά - jolt

προφορά
n. podskok, wstrząśnięcie, wstrząs
v. podskoczyć, telepać się, turkotać, podskakiwać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - jolt

προφορά
s. sacudida, solavanco; movida; batida, golpe, abalo
v. balançar, sacudir; dar salavancos; chocar; empurrar

Αγγλικά → Ρουμανικά - jolt

προφορά
n. hurducătură, zdruncinătură, smucitură, izbitură, scuturătură, şoc, jgheab vibrator, lovitură
v. hurduca, zdruncina, hurduca: se hurduca, zdruncina: se zdruncina, vibra

Αγγλικά → Ρωσικά - jolt

προφορά
с. толчок, удар, потрясение
г. трясти, подбрасывать, потрясти, встревожить

Αγγλικά → Ισπανικά - jolt

προφορά
s. sacudida, encontrón, sacudón, traqueo, tumbo; sobresalto, susto
v. avanzar a empujones, dar barquinazos; sacudir, dar un empujón a; traquear, traquetear

Αγγλικά → Τουρκικά - jolt

προφορά
f. sarsmak, sallamak, şaşırtmak, hırpalamak, dürtmek, sarsılmak, sarsıntılı gitmek
i. sarsıntı, sallanma, şok, darbe, etki, çarpma (içki)

Αγγλικά → Ουκρανικά - jolt

προφορά
n. тряска, штовхан, удар, поштовх
v. трясти, трястися, рухатися підтюбцем, випорсати, деренчати

Αγγλικά → Ολλανδικά - jolt

προφορά
zn. ruk, duw, stoot; schok
ww. schokken, horten, stoten

Αγγλικά → Αραβικά - jolt

προφορά
‏ضربة شديدة، سقوط، صدمة، هزة‏
‏صد، هز، إرتج، ضايق، سدد لكمة، أزعج‏

Αγγλικά → Κινεζικά - jolt

προφορά
(名) 震摇, 颠簸, 摇动
(动) 使颠簸, 猛击, 使慌张; 摇动; 颠簸

Αγγλικά → Κινεζικά - jolt

προφορά
(名) 震搖, 顛簸, 搖動
(動) 使顛簸, 猛擊, 使慌張; 搖動; 顛簸

Αγγλικά → Χίντι - jolt

προφορά
n. झटका, आघात
v. हिचकोल देना, झटका देना, हिलाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - jolt

προφορά
(動) ガタガタ揺れる; 揺れながら進む; ショックを与える; 殴りつける; 妨害する; ぴくりと動く
(名) 急な揺れ; 急な動き; ショック

Αγγλικά → Κορεατικά - jolt

προφορά
명. 급격한 요동; 급격한 요동으로 인한 움직임; 정신적 충격
동. 거칠게 흔들다, 세게 밀다; 흔들다, 홱 미다; 정신적으로 충격을 주다; 치다, 세게 치다; 무례하게 간섭하다; 세차게 움직이다

Αγγλικά → Βιετναμικά - jolt

προφορά
n. cú đấm choáng váng, cái lắc bật ra, cái xóc nảy lên, cú điếng người, sự thất vọng choáng váng
v. làm xóc nảy lên, lắc bật ra


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: jolting
Present: jolt (3.person: jolts)
Past: jolted
Future: will jolt
Present conditional: would jolt
Present Perfect: have jolted (3.person: has jolted)
Past Perfect: had jolted
Future Perfect: will have jolted
Past conditional: would have jolted
© dictionarist.com