Πορτογαλικά → Αγγλικά - jocoso

προφορά
adj. jocular, jocose

Ισπανικά → Αγγλικά - jocoso

προφορά
adj. jocose, jocular, humorous

Πορτογαλικά → Γαλλικά - jocoso

προφορά
1. (comportamento) facétieux; badin
2. (brincalhão) facétieux; comique; spirituel

Ισπανικά → Γαλλικά - jocoso

προφορά
1. (comportamiento) facétieux; badin
2. (chistoso) facétieux; comique; spirituel

Ισπανικά → Γερμανικά - jocoso

προφορά
a. spaßig, spaßhaft, komisch, burlesk

Ισπανικά → Ρωσικά - jocoso

προφορά
adj. шутливый

Ισπανικά → Κορεατικά - jocoso

προφορά
adj. 우스꽝스러운


dictionary extension
© dictionarist.com